Όλα στο φώς

LOVING

  Ο Ρίτσαρντ και η Μίλντρεντ Λάβινγκ είναι ένα διαφυλετικό ζευγάρι στη Βιρτζίνια του 1958. Οι αρχές εισβάλουν στο σπίτι τους, τους συλλαμβάνουν και καταδικάζονται σε έναν χρόνο φυλάκισης. Η ποινή τους, όμως, αναβάλλεται με την προϋπόθεση να εξοριστούν από την πολιτεία. Τον επόμενο καιρό, το ζευγάρι πασχίζει να βρει νέο σπίτι. Κι αυτό επειδή ο Ρίτσαρντ είναι λευκός και η Μίλντρεντ μισή μαύρη και μισή Τσερόκι.

Η  ταινία  θίγει το θέμα των γάμων μεταξύ λευκών και μαύρων, σε μια περίοδο όπου οποιουδήποτε είδους ανάμιξη μεταξύ των θεωρούνταν ταμπού, με τους λευκούς να θεωρούν εαυτούς ανώτερη φυλή, αλλά και τους μαύρους να φιλοξενούν την ίδια αντίληψη μέσα στις καρδιές τους, με την μόνη διαφορά ότι εκείνη την εποχή δεν είχαν το πάνω χέρι και την ευκαιρία να το εκφράσουν.

Βλέποντας την ταινία απορείς με το πως κάτι τόσο αυτονόητο, (δυο άνθρωποι να ερωτεύονται και να παντρεύονται) μετατρέπεται σε κάτι βδελυρό, μη φυσιολογικό, παράνομο, ανώμαλο στα μάτια της υπόλοιπης κοινωνίας. Πως ο άνθρωπος για κάτι που δεν το ορίζει ο ίδιος όπως το χρώμα του δέρματος του, κατέληξε να το θεωρεί αποδεικτικό φυλετικής ανωτερότητας και αυτόματο δικαίωμα βίας απέναντι στον διπλανό του.

   Αν θέλουμε να βρούμε την ρίζα αυτού του είδους σκέψης, θα πρέπει να ανατρέξουμε πίσω, πολύ πίσω, στον κήπο της Εδέμ, εκεί όπου ο άνθρωπος διεκδίκησε το δικαίωμα να ορίζει εκείνος τι είναι σωστό και τι λάθος και όχι ο Θεός. Ανάμεσα σε άλλα ζητήματα κι αυτό για την αξιολόγηση του συνανθρώπου, σύμφωνα με το χρώμα του, τον διαχωρισμό του από αυτόν και την κατάταξη των φυλών σε τάξεις.

Το μεγάλο ατού της ταινίας, είναι η απλή παράθεση των γεγονότων. Όπου μέσα απ’ την παρουσίαση της συμβίωσης δυο φτωχών και αμόρφωτων ανθρώπων που όμως αγαπιούνται αληθινά, καταρρίπτεται όλη η διεστραμμένη λογική της πεποίθησης ότι οι λευκοί δεν πρέπει να παντρεύονται με μαύρες και το αντίστροφο. Κι αυτό γιατί το συγκεκριμένο ζευγάρι είναι πρότυπο συμβίωσης και κοινής ζωής.

Καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας, βλέπεις δυο ανθρώπους να στηρίζουν ο ένας τον άλλον, να σέβονται, να υπηρετούν. Βλέπεις τον Ρίτσαρντ να δουλεύει σκληρά για να φροντίσει την αγαπημένη του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όπως και τα παιδιά τους. Βλέπεις την Μίλντρεντ να στέκεται δίπλα στον Ρίτσαρντ, να τον ακολουθεί ακόμα και όταν ξέρει ότι είναι λάθος, γιατί το πιο σημαντικό ακόμα και απ’ τη δικαίωση της υπόθεσης τους, είναι να είναι μαζί. Την βλέπεις να υποτάσσεται όχι καταναγκαστικά, αλλά με την θέληση της κι εκείνος ποτέ να μην της επιβάλλεται αλλά ακόμα κι αν δεν συμφωνεί, να την αφήνει ελεύθερη να κάνει αυτό που πιστεύει. Βλέπεις δυο ανθρώπους που ακόμη κα στα λάθη τους δεν κατηγορεί ο ένας τον άλλο, αλλά είναι μαζί. Βλέπεις επιτέλους μια σχέση να λειτουργεί όπως την είχε οραματιστεί ο Θεός απ’ την αρχή, όταν είπε: «Ας κάνουμε άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» και όπως την διαβάζεις στις οδηγίες της Γραφής, χωρίς οι ίδιοι να ακολουθούν συγκεκριμένους κανόνες που είδαν γραμμένους κάπου, αλλά το ίδιο το ένστικτο τους και την καρδιά τους, μέσα στην οποία υπάρχει αγάπη. Έτσι από ένα σημείο λοιπόν και μετά, το γεγονός ότι ο ένας είναι άσπρος και ο άλλος μαύρος αρχίζει να φθίνει, να θολώνει και να μην παίζει πλέον ρόλο στην συνείδηση σου. Παρατηρώντας τις μικρές αλλά όχι ασήμαντες λεπτομέρειες της κοινής ζωής τους, επικεντρώνεσαι στους χαρακτήρες. Στον τρόπο που ο ένας συμπεριφέρεται στον άλλο, παραστέκεται, συμπονά, υπομένει, κατανοεί.

Έρχεσαι λοιπόν αντιμέτωπος με το μεγαλείο δυο αξιοπρεπέστατων ανθρώπων, που ποθεί ο ένας τον άλλο με αγνό πόθο και γι’ αυτό υπομένει μαρτυρικά ότι πρέπει να υπομείνει. Κανένα χτύπημα ή φουρτούνα δεν είναι ικανή να τους χωρίσει, καθώς η αγάπη του ενός προς τον άλλο αποδεικνύεται δυνατότερη απ’ όλα αυτά και υπερνικά. Καταλήγεις στην σκέψη ότι ακόμη και το επίθετο τους δεν είναι τυχαίο, (loving) αλλά λες και τους το έδωσε ο Θεός, για να δώσει ένα μήνυμα σε όλους εμάς όσον αφορά τι σημαίνει να αγαπάς και ότι η αγάπη δεν σχετίζεται αναγκαστικά με το ίδιο χρώμα δέρματος, αλλά είναι κάτι πέρα από αυτό. Και ότι αυτό που νομιμοποιεί μια σχέση δεν είναι το εξωτερικό χρώμα, (όπου αν και δυο άνθρωποι μπορούν να έχουν, μπορεί να μην αγαπάει ο ένας τον άλλο, αλλά από την συμπεριφορά να κάνει ο ένας στον άλλο την ζωή κόλαση), είναι η πραγματική αγάπη.

Αυτό είναι στο τέλος και το μεγαλύτερο πειστήριο στο δικαστήριο της συνείδησης, ότι δύο άνθρωποι που αγαπιούνται, ακόμα κι αν το χρώμα του δέρματος τους είναι διαφορετικό μπορούν να είναι μαζί, πιο μεγάλο από τα επιχειρήματα των μεγαλοδικηγόρων που ανέλαβαν να τους εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο του Άρειου Πάγου των Ηνωμένων Πολιτειών.