Όλα στο φώς

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΜΟΥ

Η ταινία ξεκινά με το ξεκλήρισμα μιας οικογένειας λευκών αποίκων από επίθεση γηγενών Ινδιάνων με μόνη επιζήσασα τη μητέρα της οικογένειας. Η δεύτερη σκηνή περιλαμβάνει τον βασανισμό μιας οικογένειας Ινδιάνων από λευκούς στρατιώτες του Ιππικού. Μετά τις δυο αυτές σκηνές, καταλαβαίνεις ότι η ταινία που πρόκειται να παρακολουθήσεις, δεν είναι μια απλή καταγγελία της εισβολής των λευκών αποίκων στη γη που ζούσαν οι Ινδιάνοι, ένα απλό Western, αλλά “πατά” επάνω σ’ αυτό το κινηματογραφικό είδος για να περάσει μηνύματα πολύ σημαντικότερα. 

Εξαρχής τίθεται ένα ερώτημα: εάν η επιλογή του κακού είναι ζήτημα φυλής στην οποία γεννιέται κανείς και ανατρέφεται ή απλώς επιλογή που μπορεί να ακολουθήσει ανεξαρτήτως καταγωγής.  Τα πράγματα μπλέκονται ακόμη περισσότερο, -ή μήπως ξεκαθαρίζονται;-  αρχικά όταν μια Ινδιάνα κάνει δώρο μια κουβέρτα στη χαροκαμένη λευκή μάνα και στη συνέχεια, όταν μια άλλη φυλή Ινδιάνων επιτίθεται στην ομάδα που αποτελείται από λευκούς και Ινδιάνους, οπότε σταδιακά συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Ποιο είναι τελικά το νόημα της ζωής; Είμαστε εδώ για να σκοτώνουμε, να ρημάζουμε, να αρπάζουμε; Και τι συνέπειες έχει αυτό το μονοπάτι για μας κάθε φορά που το ακολουθούμε; Η απάντηση βρίσκεται στο βάρος των ενοχών που καλείται καθένας να επωμιστεί σε μια τέτοια περίπτωση, και παράλληλα στους συλλογισμούς που θα πρέπει να κάνει σχετικά με το  τι αξίζει πραγματικά στη ζωή, για ποιον λόγο υπάρχει,  βρίσκοντας έτσι πραγματικό νόημα  μέσω της συγχώρεσης, της συμφιλίωσης, της αγάπης που φέρνει πλήρη κάθαρση και την ενότητα με τον πλησίον. “Εάν δεν γίνετε σαν τα παιδιά δεν θα μπείτε στην βασιλεία των ουρανών”, είπε ο Χριστός. Είμαστε εδώ για να γίνουμε  παιδιά ή, αν έχουμε χάσει το παιδί μέσα μας, να το ξαναβρούμε. Έτσι ανοίγει ο δρόμος για την άλλη ζωή, τη συμμετοχή στη βασιλεία τού Θεού. Πριν διανύσουμε, όμως, αυτήν την ανάστροφη διαδρομή, θα πρέπει αναπόφευκτα να έρθουμε αντιμέτωποι με το τέρας μέσα μας και τις φρικαλεότητες που είναι ικανό να πράξει· να το απαρνηθούμε, να το μισήσουμε και να το σταυρώσουμε μαζί με τον Χριστό.

Αυτή η διαδικασία ξετυλίγεται στην καρδιά τού αρχηγού των ινδιάνων τα 7 χρόνια της φυλακής. Όταν ο πρόεδρος της Αμερικής παίρνει την απόφαση να τον απελευθερώσει, δεν είναι πια ο ίδιος. Το τέρας μέσα του έχει πεθάνει. Γι’ αυτό και η απελευθέρωσή του την κατάλληλη ώρα φαινομενικά γίνεται από τον θνητό πρόεδρο όμως συμβολίζει παράλληλα και την απελευθέρωση που έχει γίνει μέσα του και η οποία έχει χορηγηθεί από επάνω. Την ίδια απελευθέρωση εργάζεται ο Θεός και στη ζωή του λοχαγού, ο οποίος λαμβάνει διαταγή από τον προϊστάμενό του, λίγο πριν την συνταξιοδότησή του, να αναλάβει το ταξίδι μεταφοράς των Ινδιάνων αρχηγών και της οικογένειάς του στην προγονική τους γη. Αρχικά επαναστατεί,  καθώς τον πρώτο λόγο στην καρδιά του έχει το μίσος. Δεν γνωρίζει ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα  η τελευταία ευκαιρία λύτρωσης από τον εαυτό του και ο δρόμος που θα πρέπει να ακολουθήσει για να μην χάσει την ψυχή του. Είναι και αυτή μια απόφαση άνωθεν με σκοπό το καλό του, την οποία ευτυχώς επιλέγει να εκτελέσει.

Την ιστορία έρχεται να περιπλέξει -ή να ξεμπλέξει;- η σύλληψη ενός παλιού συναδέλφου που είχε διαπράξει ένα έγκλημα και τον οποίο τώρα ο λοχαγός θα πρέπει να οδηγήσει στη φυλακή. «Ποια είναι η διαφορά μας;» ρωτά τον παλιό του συνάδελφο παρακαλώντας τον να τον αφήσει ελεύθερο. «Τα ίδια εγκλήματα έχουμε κάνει, θα μπορούσες να είσαι στη θέση μου. Απλώς οι συνθήκες τα έφεραν έτσι». Μαζί με τον στρατιώτη, η ταινία ρωτά κι εσένα. Ποια είναι η διαφορά; Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε εμάς και  σε κάποιον που κρίναμε όταν βλέπαμε λάθη; Δεν είμαστε εν δυνάμει ικανοί για τις ίδιες πράξεις; Η απάντηση γίνεται φανερή  λίγο αργότερα· δεν βρίσκεται στο ποιόν μας -αποτελείται από το ίδιο υλικό-, αλλά στο αν θα θελήσουμε να το απαρνηθούμε όταν έρθει η ώρα να το αντιμετωπίσουμε, και να ακολουθήσουμε τον δρόμο της αγάπης. Τον δρόμο που ξεπερνά φυλετικές ταυτότητες, ηλικίες και βλέπει τον άλλο ως πλησίον, σαν τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό είναι που μένει στο τέλος, όταν λευκοί και Ινδιάνοι κάθονται μαζί και αντικρίζουν την προγονική  γη των Ινδιάνων. Όταν όλα τα τείχη του μίσους, των προκαταλήψεων και των αντιθέσεων μέσα τους έχουν πέσει. Όταν ο λοχαγός και ο αρχηγός Ινδιάνος γίνονται ένα! Όταν ο λοχαγός τιμωρεί τους λευκούς που αυθαίρετα έκλεψαν και καταπάτησαν τη γη των Ινδιάνων, στην οποία θα έπρεπε να έχουν τουλάχιστον το δικαίωμα να πεθάνουν. 

Η ταινία είναι μια απάντηση στην αποικιοκρατία. Το κυρίως μήνυμα που περνά είναι η δύναμη της αγάπης· αν υπήρχε αγάπη, θα μπορούσαν όλοι να ζήσουν μαζί ειρηνικά και μονιασμένα. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί, όταν επικρατούν η καχυποψία, ο φόβος, η πλεονεξία, η βία και η αδικία, αρρώστιες όχι μόνο μιας φυλής, αλλά κάθε ανθρώπινης καρδιάς. Η τελική σκηνή μεταφέρει ένα μήνυμα που έρχεται σαν επιστέγασμα για να επιβεβαιώσει και να σφραγίσει όσα έχουν ήδη ειπωθεί. Μετά το πέρας της αποστολής, ο μοναχικός λοχαγός δημιουργεί οικογένεια με τη μητέρα που έχασε τα παιδιά και τον άντρα της απ’ τους Ινδιάνους και μαζί υιοθετούν το ορφανό Ινδιανάκι του οποίου τους γονείς σκότωσαν οι λευκοί. Όπως αναφέραμε, το κακό και το καλό αποτελούν επιλογές και εσύ είσαι αυτός που διαλέγεις ποια μεριά θα ακολουθήσεις. Το αντίδοτο στον πόνο είναι να δώσεις όσα ψήγματα αγάπης  έχουν απομείνει σε κάποιον που έχει διαλέξει το δικό σου στρατόπεδο. Τότε η αγάπη μπορεί να αναζωπυρωθεί, να μεγαλώσει και να φτιάξει έναν πρίγκιπα της βασιλείας του Θεού!