Όλα στο φώς

ΠΟΥ ΑΝΗΚΕΙΣ;

Το άρθρο αυτό είναι μια απάντηση στην ερώτηση: «Που ανήκεις;» Που μου έγινε πριν από ένα διάστημα, εννοώντας σε ποιο δόγμα ανήκω, ποιες είναι οι δικές μου θεολογικές απόψεις και σε ποια εκκλησιαστική απόχρωση κλίνω περισσότερο. Η απάντηση που έδωσα είναι ότι ανήκω στον Χριστό, η οποία όμως δεν ικανοποίησε τον ερωτηθέντα, λέγοντας ότι δεν μπορεί να μην ανήκω κάπου ή να μην έχω επηρεαστεί από κάποιο θεολογικό ρεύμα. Θεωρώ λοιπόν την ερώτηση λάθος, η οποία στην πραγματικότητα δείχνει το πρόβλημα που υπάρχει ανάμεσα μας. Και το πρόβλημα είναι πως δεν αισθανόμαστε ένα όπως ο Κύριος μας επιθυμεί, αλλά έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε φυσιολογικό να είμαστε 1000 κομμάτια. Το ερώτημα το δικό μου είναι: Πως γίνεται ο Θεός να είναι ένας, ο Χριστός να προσεύχεται για την ενότητα των δικών Του, ο Παύλος να ζητάει στους πιστούς της Εφέσου όλοι να φρονούν τον ίδιο, ενώ εμάς να μας φαίνεται φυσιολογικό αυτό το αλαλούμ της πολυφωνίας, των διαφορετικών απόψεων και των 30.000 δογμάτων της κατακερματισμένης διαμαρτύρησης, λέγοντας από πάνω ότι θα πρέπει να ανήκεις οπωσδήποτε σε ένα από αυτά τα σπασμένα κομμάτια για να είσαι πνευματικά φυσιολογικός. Αυτό θα πει κατάντια και χάσιμο του δρόμου που μας έβαλε ο Κύριος.

Μήπως αντί να τσακωνόμαστε για το ποια υποδιαίρεση είναι η πιο σωστή πρέπει να εξετάσουμε τι δίδαξε ο Χριστός; Γιατί οι διαφορές ξεκινάνε απ’ την διαμορφωμένη οπτική των ήδη υπαρχόντων δογματικών αντιλήψεων και αυτό φέρνει διαφωνία και διαίρεση μεταξύ μας. Το θέμα λοιπόν για μένα δεν είναι να αναλύσουμε τις σχολές και τα δόγματα. Αλλά να εξετάσουμε γιατί υπήρξαν τόσα διαφορετικά ρεύματα απ’ την στιγμή που ο Χριστός ήταν και είναι Ένας και η εκκλησία Του, ποθεί να είναι μια και όχι κομματιασμένη σε 1000 διαφορετικά κομμάτια. Κάπου στην πορεία μέσα στον χρόνο υπήρξαν πράγματα που προστέθηκαν, διαστρεβλώθηκαν ή ερμηνεύτηκαν με λάθος τρόπους. Σκοπός είναι να βρούμε τα γιατί και να επιστρέψουμε στην απλότητα και στην αρχική  διδασκαλία του Χριστού, γιατί ο Χριστός είναι ο δρόμος η αλήθεια και η ζωή.

Θεωρώ λοιπόν την εμμονή να ανήκει κάποιος κάπου λάθος, αλλά η σωστή απάντηση είναι  ότι ανήκω στον Ιησού Χριστό. Μήπως ο καλβινισμός πέθανε για μένα επάνω στον σταυρό; Η ορθοδοξία πλήρωσε για μένα το αντίτιμο; Μήπως ο Χριστός όταν είπε: «Όπου δυο ή τρεις είναι μαζεμένοι εν τω Ονόματι μου, θα είμαι κι εγώ ανάμεσα τους», προσδιόρισε ότι αυτοί θα πρέπει να είναι αναμορφωμένοι καλβινιστές, χαρισματικοί ή παλαιοημερολογίτες; Μια αγράμματη γιαγιά, που αδυνατεί να μελετήσει, δεν μπορεί να είναι του Χριστού ή να βιώνει την ζωή του Χριστού μέσα της, αλλά και στην καθημερινή της ζωή, επειδή δεν μπορεί να προβεί σε αναλύσεις και μελέτες εις βάθος; Ή ένα παιδί που δέχεται με αγαθότητα και αγνή αγάπη τον βασιλεία του Χριστού μες στην καρδιά του; Μήπως οι Ιθαγενείς που  έφεραν στον Χριστό ιεραπόστολοι  είχαν την έννοια αν οι πνευματικοί τους προερχόταν απ’ την καθολική, ορθόδοξη ή διαμαρτυρόμενη εκκλησία; Όχι ,αλλά είχαν αγνή αγάπη για τον Χριστό και Σωτήρα τους.

Πιστεύω ότι η πνευματική ζωή όπως μας την πρόσφερε ο Χριστός επάνω στο σταυρό, είναι πολύ πιο απλή από όσο την φανταζόμαστε. Εγώ προσωπικά δεν ήρθα στον Χριστό απ’ όσα κατανόησα διανοητικά, παρόλο που μεγάλωσα μέσα στην ελεύθερη ευαγγελική εκκλησία, αλλά απ’ την επίσκεψη του ίδιου του Χριστού στην ζωή μου, όταν ήμουν στον στρατό. Όταν με έβγαλε από ανυπέρβλητα προβλήματα και μου φανέρωσε την αγάπη που είχε για μένα με προσωπικό τρόπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έψαξα αργότερα. Αλλά περισσότερα λειτούργησα αφαιρετικά. Έπρεπε όχι να εισχωρήσω βαθύτερα στην θεολογία της εκκλησίας μου, αλλά να βγω έξω. Να αφαιρέσω αυτά που ήδη, (εγκεφαλικά) γνώριζα για τον Χριστό και να αρχίσω να διδάσκομαι απ’ το Πνεύμα Του απ’ την αρχή. Αργότερα μελέτησα και τι πιστεύουν άλλες ομολογίες και κατέληξα ότι η κάθε μια έχει ένα μέρος πλάνης και ένα μέρος αλήθειας. Καμία όμως την απόλυτη αλήθεια επ’ ουδενί. Η ορθοδοξία ήταν αυτή που διασαφήνισε το δόγμα της Τριάδας και τις δυο φύσεις του Χριστού. Πρόσθεσε όμως ένα σωρό παραδόσεις αργότερα, οι οποίες δεν συμφωνούν καθόλου με την αρχική παράδοση των αποστόλων. Η μεταρρύθμιση τόνισε μετά από αιώνες την σωτηρία δια της πίστεως, το δόγμα της δικαίωσης και την μελέτη των Γραφών, αγνοώντας όμως το Άγιο Πνεύμα και το ρόλο του στο σώμα του Χριστού. Λειτούργησε επίσης σε κάποιο βαθμό σαν να μην υπήρχε εκκλησία πριν από αυτήν. Αυτή είναι και η αιτία που πολλοί ευαγγελικοί σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο και σήμερα. Το κίνημα της Πεντηκοστής υπενθύμισε τον ρόλο του Αγίου Πνεύματος στην εκκλησία και τα πνευματικά χαρίσματα. Έπασχε όμως στην τοποθέτηση που λέει, ότι όποιος δεν γλωσολαλεί δεν έχει το Άγιο Πνεύμα, στην κατάχρηση πνευματικών χαρισμάτων και σε κάποιες περιπτώσεις την απομίμηση τους. Να γιατί είπα ότι δεν ταυτίζομαι με καμία ομολογία, δεν μπορώ όμως να τις απορρίψω, προσπαθώ όμως να διακρίνω τι απ’ όλα αυτά που εκπροσωπεί το κάθε δόγμα έχει την σφραγίδα του Κυρίου και τι όχι. Επίσης στην πνευματική μου αύξηση Εν Κυρίω, θετικό ρόλο έπαιξαν διάφοροι αδελφοί, που έφερνε ο Θεός κατά περιόδους στην ζωή μου από διαφορετικά δόγματα κάθε φορά, οι οποίοι συνέβαλαν εις την αύξηση μου. Δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω την συμβολή του κάθε ενός από αυτούς ξεχωριστά και ότι ο κάθε ένας από αυτούς είναι μέλος του Χριστού, ασχέτως αν «ανήκουν» σε διαφορετικά δόγματα.

Τώρα σχετικά με την έρευνα. Είμαι υπέρ, αλλά όταν αυτή βρίσκεται προς την σωστή κατεύθυνση. Πιστεύω ότι κάθε ένας από εμάς προέρχεται από κάποιο περιβάλλον, απ’ το οποίο κληρονομεί ή επηρεάζεται από κάποιες πεποιθήσεις. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ξεκινάει την έρευνα του με ήδη ισχυρές προκαταλήψεις, όπου το κάθε τι θα το ανακρίνει μέσα από αυτές. Πολύ φοβάμαι ότι έχουμε χάσει την απλότητα μας Εν Χριστώ. Αυτό που χρειαζόμαστε πιστεύω σαν χριστιανοί, είναι αφαιρετικότητα και με ταπεινό πνεύμα, προσευχή κα εκζήτηση να επιστρέψουμε στις ρίζες μας, δηλαδή στην διδασκαλία του Χριστού και των αποστόλων και στο βίωμα της αρχαίας εκκλησίας. (ΠΡΑΞ 4:32-33) Να αφήσουμε το Άγιο Πνεύμα να εργαστεί μέσα μας και ανάμεσα μας και μετά από αυτό το σημείο να ανακρίνουμε και τα περαιτέρω. Γιατί σε όλη την αλήθεια δεν οδηγεί η θεολογία (αυτό είναι κάτι πολύ γενικό και συγκεχυμένο) οδηγεί το Άγιο Πνεύμα, όπως είπε ο Χριστός.

Σ’Αυτόν πρέπει να υποταχθούμε και να αναγνωρίσουμε διακονίες που έχει σηκώσει ο Θεός για την οικοδομή του σώματος Του, πράγμα που πάλι αδυνατούμε να υποταχθούμε. Αυτό που έχουμε ανάγκη ο καθένας ξεχωριστά είναι να βρούμε αληθινά την κοινωνία μας με τον Θεό, διότι ο Θεός είναι Πρόσωπο, είναι Ζωντανός και ποθεί να έχει μια ξεχωριστή σχέση με τον καθένα ξεχωριστά. Αυτό όμως σημαίνει να μην επαναπαύομαι σε μια θεολογία, ούτε να ψάχνω να βρω ασφάλεια στα θεολογικά συστήματα, τα οποία να καταλήγουν να παίρνουν την θέση που θα ‘πρεπε να έχει Αυτός στην ζωή μου, αλλά να εκζητάω τον Ίδιο. Την ίδια την Παρουσία Του, το Πνεύμα Του στην ζωή μου, την φωνή Του. Και την ασφάλεια που παρέχει η υπερθαύμαστη πραγματικότητα ότι είμαι μέσα σ’ Αυτόν. Αυτό σημαίνει εν Χριστώ. Μέσα στον Χριστό.

Βρίσκοντας λοιπόν την ενότητα μας με τον Χριστό, (όπου αυτή ήταν η μέριμνα και της αρχαίας εκκλησίας), θα μπορέσουμε επιτέλους σταδιακά να βρούμε και την ενότητα μεταξύ μας, σαν μέλη Του, που είμαστε. Πως θα γίνει όμως αυτό όταν η εκκλησία (και) των ημερών μας πάσχει από το σύνδρομο, του: Εγώ είμαι του Απολλώ, εγώ του Κηφά, εγώ του Παύλου; Όταν ο καθένας υπερυψώνει σαν σημαία το δικό του δόγμα, ηγέτη εκκλησία, ομολογία κ.λ.π;