Όλα στο φώς

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΚΑΙ ΤΑ 99 ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΑΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα πανύψηλο βουνό, με πολλές οροσειρές,  κοιλάδες, χαράδρες και πυκνή βλάστηση. Το φθινόπωρο που έριχνε τις δυνατές βροχές, γέμιζε από νερά, καταρράκτες και ρυάκια τα οποία διέσχιζαν όλο το βουνό και κατέληγαν στην θάλασσα. Το χειμώνα άσπρες νιφάδες έκαναν την εμφάνιση τους ντύνοντας στα λευκά το μεγαλύτερο μέρος του βουνού και την υψηλότερη βουνοκορφή. Ενώ την άνοιξη ο Θεός έστρωνε ένα πράσινο χαλί με παπαρούνες, μαργαρίτες και ένα σωρό άλλα λουλούδια που ευωδίαζαν, προσφέροντας απλόχερα την γύρη τους στις μέλισσες και τις πεταλούδες που πετούσαν χαρούμενα.

Το βουνό πρόσφερε την φιλοξενία του σε ένα σωρό ζώα, τα οποία ζούσαν ευτυχισμένα. Αυτό όμως που έδινε την μεγαλύτερη ζωντάνια ήταν οι ποιμένες με τα ποίμνια τους, που ζούσαν διάσπαρτα μέσα στο βουνό. Κάποιοι είχαν χτίσει τα μαντριά τους στην μεγάλη πεδιάδα που απλωνόταν στους πρόποδες, ενώ άλλοι επέλεγαν να τα χτίσουν σε βουνοπλαγιές και απόμερες βουνοκορφές. Δεν υπήρχαν πάντοτε ποιμένες στο βουνό, αλλά κατασκήνωσαν εκεί όταν έμαθαν τα οφέλη που θα μπορούσαν να καρπωθούν, εάν έβοσκαν αυτά τα ευγενή και ειρηνικά τετράποδα. Το γάλα, το τυρί, το μαλλί και ένα σωρό άλλες ευλογίες που πήγαζαν απ’ την φροντίδα τους.

     Μια αρχαιότερη παράδοση που περιγράφει την περίοδο που δεν υπήρχαν ποιμένες στο βουνό, λέει ότι τα πρόβατα τότε ζούσαν μόνα τους, διασκορπισμένα σε όλα τα σημεία του ορίζοντα, κουρασμένα και καταταλαιπωρημένα. Το καθένα τότε τραβούσε τον δρόμο του και κατέληγε να γίνει θήραμα  λύκων ή άλλων άγριων ζώων. Άλλα χάνονταν και έπεφταν σε γκρεμούς ή πιάνονταν σε κλαδιά άγριων θάμνων.

Κι αυτό γιατί τα πρόβατα είναι έτσι φτιαγμένα που δεν μπορούν να ζήσουν μόνα τους, αλλά έχουν ανάγκη από ποιμένα. Εκείνη την δύσκολη εποχή λοιπόν, ένας ποιμένας εμφανίστηκε απ’ το πουθενά, ο οποίος έψαξε ένα-ένα τα πρόβατα, το κάθε ένα όπου είχε χαθεί. Τα έσωσε απ’ την μανία των λύκων, γιάτρεψε τις πληγές τους και συγκέντρωσε όλα όσα ήθελαν να συναχτούν, σε έναν ποίμνιο. Τα έμαθε πώς να ζουν μαζί και πως το ένα να αγαπάει το άλλο. Εκείνη η εποχή ήταν η καλύτερη για τα πρόβατα. Υπήρχε αγάπη μεταξύ τους και η αίσθηση της ασφάλειας ήταν δυνατότερη από ποτέ. Ο μεγάλος όμως εκείνος ποιμένας των προβάτων, έπρεπε κάποια στιγμή να ταξιδέψει σε μια μακρινή χωρά. Έτσι διόρισε ποιμένες για να φυλάνε το ποίμνιο του, στους οποίους έδωσε λεπτομερείς οδηγίες για το πως να τα φροντίζουν, σύμφωνα με την δική του καρδιά. Τους υποσχέθηκε ότι μια μέρα θα ξαναγυρνούσε για να  δει την κατάσταση του ποιμνίου του και να δώσει μισθό στους ποιμένες, εάν έκαναν σωστά την δουλειά τους.


ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ

Στην αρχή οι ποιμένες έκαναν με το καλύτερο τρόπο την δουλειά τους και περιέθαλπαν με ιδιαίτερη φροντίδα τα πρόβατα, ειδικά αυτά που θήλαζαν. Όταν ήταν να φύγουν απ’ τη ζωή, άφηναν άλλους στην θέση τους, στους οποίους έδιναν ακριβή οδηγίες για το πως να τα φροντίζουν, σύμφωνα με τις οδηγίες του αρχιποιμένα. Όσο όμως περνούσαν τα χρόνια και ο αρχιποιμένας αργούσε να επιστρέψει, τόσο χαλάρωναν και παραμελούσαν την φροντίδα τους. Ακόμη πιο μετά κάποιοι άρχισαν να τα κακομεταχειρίζονται και να τα χρησιμοποιούν προς όφελος τους. Άλλοι έχαναν την αίσθηση ότι ανήκουν στον αρχιποιμένα και τα θεωρούσαν δικά τους, κάνοντας αγώνες με άλλους για το ποιος έχει τα πιο πολλά.   

  Άρχισαν να καθορίζουν την αξία τους με βάση πόσα πρόβατα είχε ο καθένας και όχι με το αν τηρούσαν τις οδηγίες του αρχιποιμένα για την φροντίδα και την προστασία τους. Κάποιοι άλλοι δεν τα φρόντιζαν σωστά, τους έδιναν μασημένη τροφή ή τους έδιναν συνέχεια γάλα, με αποτέλεσμα να είναι καχεκτικά ή να μην μεγαλώνουν σωστά.

Εάν ένα πρόβατο μεγάλωνε φυσιολογικά, σταδιακά μεταμορφωνόταν σε ποιμένα και μπορούσε κι αυτό να βοηθήσει στην ποίμανση τον ποιμένα του ή να χτίσει ένα καινούργιο μαντρί, ώστε να περιθάλψει άλλα πρόβατα που ήταν χαμένα και είχαν ανάγκη από φροντίδα. Εάν όμως δεν μεγάλωνε σωστά, έμενε μικρό και είχε συνέχεια ανάγκη την φροντίδα άλλων, απομυζώντας ενέργεια από τα πρόβατα που βρίσκονταν σε μια καλύτερη κατάσταση.

  Ο πιο γρήγορος τρόπος για να μεγαλώσει ένα πρόβατο ήταν να τρώει από ένα χορτάρι που φύτρωνε στους πρόποδες, στην κορυφή του βουνού και σε κάποια σημεία ενδιάμεσα. Είχε τις πιο πολλές βιταμίνες, ήταν το πιο αγνό και ονομαζόταν αγάπη, αλλά πολλοί απ’ τους ποιμένες αντί να τα οδηγούν σε αυτό, τα χτυπούσαν, τα καταπίεζαν και τα τάιζαν με ένα είδος χορταριού που λεγόταν ενοχή, το οποίο καλλιεργούσαν στον κήπο που είχαν γύρω απ’ το μαντρί. Αλλά κι όταν κάποια πρόβατα έδειχναν την επιθυμία να πάνε να βοσκήσουν έξω απ’ το μαντρί, τα εμπόδιζαν με την γκλίτσα τους και τα περιόριζαν στο μαντρί.

Αυτός ήταν ένας άλλος λόγος που δεν μεγάλωναν, αλλά παρέμεναν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους αδύναμα και φοβισμένα. Αυτό επίσης τα θεωρούσε να βλέπουν τα πρόβατα που ζούσαν σε άλλα μαντριά ως εχθρούς και ότι ανήκουν σε αντίπαλο στρατόπεδο. Δεν επικοινωνούσαν σχεδόν ποτέ, παρά μόνο στην περίπτωση που ήθελαν από περιέργεια να δουν τι συμβαίνει σε άλλο μαντρί και να αισθανθούν ότι το δικό τους είναι καλύτερο των υπολοίπων. Παρόλο που όλα πάνω τους είχαν την σφραγίδα του αρχιποιμένα, κάποιοι ποιμένες έβαζαν την δική τους σφραγίδα πάνω απ’ του αρχιποιμένα ή έβαζαν μια ταμπέλα πάνω απ’ το μαντρί και το ονόμαζε με ένα όνομα που άρεσε σε εκείνον!

     Το αποτέλεσμα ήταν τα πρόβατα να είναι απογοητευμένα και θλιμμένα και να περνούν όλη την ζωή τους μέσα σε ένα μαντρί, χωρίς να ξέρουν καλά-καλά τι τους συμβαίνει. Μάλιστα αρκετά θεωρούσαν ότι αυτή είναι η φυσιολογική ζωή των προβάτων, τουλάχιστον δεν ήταν χαμένα και είχαν σωθεί απ’ την μανία των λύκων.  Άλλα έβλεπαν την κατάσταση, αναγνώριζαν ότι είναι λάθος, αλλά δεν μπορούσαν να αντιδράσουν καθώς ήταν αδύνατα και πληγωμένα, ενώ όσα τολμούσαν να το σκάσουν, αν δεν ήταν οι ίδιοι οι βοσκοί που θα τα έδιωχναν, περιπλανιούνταν από μαντρί σε μαντρί ψάχνοντας τον κατάλληλο βοσκό. Άλλα επέλεγαν να απομονωθούν και να αναπτυχθούν μόνα τους με αμφίβολη κατάληξη.


   Ο ΑΡΧΙΠΟΙΜΕΝΑΣ ΕΠΕΜΒΑΙΝΕΙ

Τότε ήταν που ο αρχιποιμένας έμαθε την κατάσταση του ποιμνίου του, καθώς πληροφορούταν συνέχεια γι’ αυτά από εντεταλμένους υπηρέτες του και αποφάσισε να δράσει. Πολλοί θα περίμεναν ότι θα εκδικούταν εκείνους τους κακούς ποιμένες, όμως δεν έπραξε με αυτό τον τρόπο, αλλά με έναν τελείως διαφορετικό που κανείς δεν θα φανταζόταν, ούτε θα μπορούσε να σκεφθεί. Κι αυτός ο τρόπος ήταν ο εξής: Έστειλε ένα περιστέρι σε ένα πρόβατο που έβοσκε αμέριμνο σε μια βουνοπλαγιά. Ένα πρόβατο που δεν έδειχνε να τον απασχολούν ιδιαίτερα όλα αυτά που συνέβαιναν στο βουνό, αλλά η μόνη του ευχαρίστηση ήταν να τρέχει και να χοροπηδά. Το περιστέρι ψιθύρισε στο πρόβατο, ένα μέρος που μπορούσε να βρει ατόφια, καθαρή τροφή. Ήταν σε μια απ’ τις βουνοκορφές που ήταν όλο το χρόνο χιονισμένη και καλυπτόταν από ένα άσπρο σύννεφο. Όλα γίνονταν πιο λευκά από ένα σημείο και μετά αν συνέχιζες την ανάβαση και όσο πιο ψηλά ανέβαινες, τόσο η ορατότητα γινόταν ασθενέστερη.

Εκεί ήταν όμως που φύτρωνε ένα χορτάρι που λεγόταν πίστη. Ακριβώς σε αυτό το σημείο οδήγησε το περιστέρι το πρόβατο, το οποίο δεν είχε δει ποτέ περιστέρι να μιλάει, του έκανε τόση εντύπωση που το ακολούθησε πρόθυμα και με μεγάλη χαρά. Το πρόβατο άρχισε να τρώει αυτή την τροφή και να μεγαλώνει αμέσως. Του άρεσε τόσο αυτό το μέρος, που σκέφτηκε να μην κατέβει απ’ το βουνό, αλλά να μείνει για ένα διάστημα. Το περιστέρι όμως του είπε ότι πρέπει να κατέβει και να μοιραστεί αυτή την καθαρή τροφή και με άλλα πρόβατα. Το πρόβατο κατάλαβε αμέσως την κλήση του, όμως παρέμεινε για κάμποσο καιρό εκεί για να τρώει αυτήν την καθαρή τροφή. Καθώς λοιπόν έτρωγε και έτρωγε και έτρωγε άρχισε να μεγαλώνει μέχρι που κάποια στιγμή μεταμορφώθηκε σε ποιμένα. Και μάλιστα σε ένα ποιμένα που δεν θύμιζε καθόλου το πρόβατο που ήταν πριν, αλλά το πρόσωπο του έμοιαζε πλέον με λιοντάρι, ενώ μια λάμψη έβγαινε από το στήθος του. Τότε αποφάσισε να πάει να επισκεφθεί και τα άλλα πρόβατα.

Πήρε ένα μάτσο από αυτό το χορτάρι και κατέβηκε μέχρι ένα σημείο πιο κάτω για να δει τι θα γίνει. Τότε ένα-δυο πρόβατα τον πλησίασαν διστακτικά και αν και η τροφή φαινόταν καλή φοβόντουσταν να την ακουμπήσουν. Όμως κάποια στιγμή πήραν το θάρρος και άρχισαν να την δοκιμάζουν. Τους φαινόταν τόσο νόστιμη που απ’ τα μάτια τους ο ποιμένας κατάλαβε ότι τους άρεσε κι ότι ήθελαν και άλλο. Τότε ανέβηκε στην βουνοκορφή για να μαζέψει λίγο ακόμα γι’ αυτά. Όταν κατέβηκε την δεύτερη φορά, δεν συνάντησε μόνο δύο από αυτά, αλλά είχαν μαζευτεί καμιά δεκαριά τα οποία περίμεναν για να τραφούν. Ο ποιμένας ανέβαινε και κατέβαινε και κάθε φορά συναντούσε περισσότερα. Αυτό συνέβαινε γιατί τα πρόβατα μετέφεραν σε άλλα την πληροφορία για το καλό φαί κι έτσι πολλά πρόβατα άφηναν τα μαντριά στα οποία είχαν μεγαλώσει και πήγαιναν εκεί για να τραφούνε. Δεν τους πείραζε που βρίσκονταν στην ύπαιθρο, προτιμούσαν να είναι εκτεθειμένα και να έχουν καλή τροφή, παρά να είναι σε ασφάλεια αλλά να τρώνε ξύλο και να είναι φυλακισμένα. Είχαν επιλέξει την ελευθερία και την αύξηση, απ’ την ασφάλεια και τον περιορισμό. Άλλα πρόβατα που έρχονταν εκεί, ήταν απ’ αυτά που είχαν μάθει να ζουν μόνα τους και επιβίωναν ίσα-ίσα, αλλά τώρα εκεί θα είχαν άφθονο φαί και παράλληλα θα διατηρούσαν την ελευθερία που είχαν πριν.

   Οι υπόλοιποι ποιμένες στην αρχή δεν αντέδρασαν απ’ τις απότομες αλλαγές που συνέβαιναν στο βουνό. Όταν όμως συνειδητοποίησαν αυτό που συνέβαινε, προσπάθησαν να εμποδίσουν τα πρόβατα. Άρχισαν μετά μανίας να ταΐζουν πολλά απ’ αυτά με το χορτάρι της ενοχής, ώστε μέσα από το φόβο να τα κρατήσουν κοντά τους. Άλλα πιο ξεθαρρεμένα τα χτυπούσαν μέχρι το σημείο να μην μπορούν να περπατήσουν για να φύγουν. Όσα όμως ήταν αποφασισμένα ξέφυγαν και δεν γύρισαν. Τότε πολλοί απ’ τους ποιμένες συμφώνησαν να καρφώσουν προκηρύξεις στα δέντρα, που προειδοποιούσαν τα πρόβατα γι’ αυτό τον καινούργιο ποιμένα. Έλεγαν ότι μπορεί να φαίνεται καλός, αλλά στην πραγματικότητα είναι λύκος με ένδυμα προβάτου και όσα το ακολουθούσαν θα είχαν κακό τέλος. Αυτό σε αρκετά πρόβατα λειτούργησε σαν διαφήμιση, παρά σαν προειδοποίηση. Όλο και περισσότερα πρόβατα μαζεύονταν γύρω του για να τραφούν και να τον γνωρίσουν καθώς το όνομα του γινόταν όλο και πιο γνωστό ανάμεσα στα πρόβατα. Ο ποιμένας λιοντάρι ήταν το όνομα του, έτσι τον αποκαλούσαν.

   Στο τέλος κατέληξε να μαζέψει γύρω τα πιο πολλά πρόβατα που απέκτησε ποτέ  ποιμένας σε εκείνο το βουνό.


ΤΟ ΝΕΟ ΜΑΝΤΡΙ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ

Τα πρόβατα καθώς περνούσε ο καιρός άρχισαν να γιατρεύονται απ’ τις πληγές του παρελθόντος και να μεγαλώνουν σωστά. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι τόσο καιρό έτρωγαν το χειρότερο φαί που θα μπορούσαν να τους δώσουν και η εκλεκτή τροφή ήταν απλά η φυσιολογική, που χρειάζεται κάθε πρόβατο για να αναπτυχθεί. Ο ποιμένας αυτός τα τάιζε σωστά, δεν τα χτυπούσε, ούτε τα περιόριζε, αλλά τα άφηνε ελεύθερα να κάνουν ότι θέλουν. Η ελευθερία όμως και η αδιαφορία είναι δυο χαρακτηριστικά που δεν απέχουν πολύ το ένα από το άλλο και η διαχωριστική γραμμή είναι δυσδιάκριτη. Τι θέλω να πω με αυτό; Ότι κάποια πρόβατα άρχισαν να δυσαρεστούνται που πέρα από την εκλεκτή τροφή που τους έδινε, δεν υπήρχε καμία περεταίρω ασχολία σε αυτά, κάτι που άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους, όταν άρχισε να καταλαγιάζει ο πρώτος ενθουσιασμός. Ένα άλλο πρόβλημα που υπήρχε ήταν ότι δεν είχαν μαντρί, αλλά όταν ήθελαν να τον συναντήσουν μαζεύονταν όλα στο χαμηλότερο σημείο της βουνοκορφής. Εκεί ήταν το σημείο συνάντησης τους, όπου κάποιες φορές μέσα στην εβδομάδα, τις ίδιες μέρες και ώρες, ο ποιμένας κατέβαινε και τους έφερνε το φαγητό. Είχε γίνει σχεδόν ρουτίνα γι’ αυτόν ενώ ύστερα έφευγε και τον έβλεπαν να χάνεται μέσα στο λευκό σύννεφο, όπου δεν τον ξανάβλεπαν μέχρι την επόμενη φορά.

   Τι θα γινόταν όμως αν τις ώρες που έλειπε, ένας λύκος επιτίθονταν στα πρόβατα; Ποιός θα τα προστάτευε; Τι θα γινόταν αν κάποιο από αυτό αρρώσταινε ή ξεστράτιζε για διάφορους λόγους; Κανείς δεν θα το γνώριζε, αλλά και τον ποιμένα δεν φαινόταν να τον απασχολούσε ιδιαίτερα, καθώς η μόνη έννοια του ήταν να ετοιμάζει την εκλεκτή τροφή. Άλλωστε μέσα από αυτή είχε γνωστός στο βουνό και ήταν εξαιτίας αυτής που πολλά από τα πρόβατα τον θαύμαζαν και μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για ‘κείνον. Άλλα όμως δεν στέκονταν μόνο στην τροφή, αλλά και στις σοβαρότατες ελλείψεις που προαναφέραμε.  Αν και δεν τολμούσαν να εκφράσουν τα παράπονα τους στον ίδιο, τα συζητούσαν μεταξύ τους μέχρι που έφτασαν στα αυτιά του. Τότε αφού σκέφθηκε, πήρε μια πολύ σημαντική απόφαση. Να χτίσει ένα μαντρί για τα πρόβατα. Ένα μαντρί το οποίο θα ήταν ανάμεσα σε αυτόν και σε εκείνα, δηλαδή εκεί που ξεκινούσε το χιόνι και ο αέρας φυσούσε λίγο πιο δυνατός. Άρχισε λοιπόν να χτίζει το μαντρί πολύ προσεκτικά, διαλέγοντας με προσοχή τα υλικά. Θα έπρεπε να είναι το πιο μεγαλόπρεπο και ένδοξο μαντρί που υπήρχε στο βουνό, αφού θα υπήρχε προς τιμή του αρχιποιμένα και για την δική του υπηρεσία. Το μαντρί άρχισε να χτίζεται με γρήγορους ρυθμούς, με μικρή βοήθεια κι από τα πρόβατα που ήταν πιο κοντά στον ποιμένα και τα εμπιστευόταν πιο πολύ απ’ τα άλλα. Ήταν πράγματι ένα πολύ μεγάλο μαντρί που θα μπορούσε να χωρέσει τα περισσότερα πρόβατα του βουνού.

    Τα πρόβατα χάρηκαν πολύ που θα είχαν μαντρί από δω και πέρα. Μπορεί να πόδια τους να ακούμπαγαν στο χιόνι, μπορεί να κρύωναν αλλά δεν τα ένοιαζε. Πολλά απ’ αυτά ήταν τόσο ενθουσιασμένα που άρχισαν να διαλαλούν παντού ότι ανήκουν στο πιο ένδοξο μαντρί του βουνού, που βρισκόταν στην υψηλότερη βουνοκορφή και ήταν ψηλότερα απ’ όλα τα υπόλοιπα μαντριά που υπήρχαν στο βουνό. Από τότε κάθε φορά που ο ποιμένας κατέβαινε να τα ταΐσει οργάνωναν μια γιορτή και δόξαζαν τον αρχιποιμένα που τους έδωσε τον ποιμένα λιοντάρι, την εκλεκτή τροφή και το μεγαλόπρεπο μαντρί. Ο καιρός λοιπόν περνούσε με συναντήσεις, με γιορτές και με την εκλεκτή τροφή.

ΤΑ ΤΣΟΠΑΝΟΣΚΥΛΑ

Αρκετά πρόβατα όμως συνέχισαν να είναι δυσαρεστημένα, καθώς έβλεπαν ότι το μαντρί δεν πρόσθετε κάτι ουσιαστικό, αλλά οι ελλείψεις στην πραγματικότητα συνεχίζονταν. Ποιες ήταν αυτές; Η έλλειψη προσωπικής φροντίδας, κάτι που απολάμβαναν στα παλιά μαντριά κι ας γινόταν με λάθος τρόπο. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ότι πρόβατα μεταξύ τους δεν είχαν αγάπη και δεν ένιωθαν ότι είναι οικογένεια και ούτε τον ποιμένα φαινόταν να τον νοιάζει αυτό. Το ένα πρόβατο δεν ήξερε το άλλο και φαινόταν ότι δεν είχε όρεξη να το γνωρίσει, αφού όλα ήταν επικεντρωμένα στο να τρώνε την εκλεκτή τροφή. Μπορεί στα παλιά μαντριά η τροφή αυτή να μην υπήρχε, αλλά το ένα γνώριζε το άλλο και ήταν ένα μεταξύ τους. Κάποια από τα πρόβατα που γνώριζαν τις οδηγίες που ο αρχιποιμένας είχε δώσει στους βοσκούς για την φροντίδα των προβάτων και την λειτουργία του ποιμνίου, δεν μπορούσαν να ησυχάσουν βλέποντας τις σοβαρότατες αυτές ελλείψεις. Άλλα όμως δεν τα ένοιαζε, ούτε ασχολούνταν με αυτά. Ήταν εκείνα που είχαν συνηθίσει από παλιά να ζουν χωρίς ποιμένα και είχαν μεγαλώσει από μικρά έξω από μαντρί. Υπήρχε και μια τρίτη μερίδα προβάτων που ήταν με όλη την καρδιά τους υπέρ του ποιμένα. Ήταν αυτά που είχαν κουραστεί σε τέτοιο βαθμό απ’ τις παλιές καταστάσεις, που τον θεώρησαν τον τέλειο ποιμένα. Όταν κατέβαινε πήγαιναν και του έγλυφαν το χέρι. Δεν δέχονταν τίποτα αρνητικό και όποιος πήγαινε να πει κάτι διαφορετικό, ορμούσαν να τον δαγκώσουν. Μα μπορεί ένα πρόβατο να δαγκώνει; Τι είχε συμβεί; Τα πρόβατα που θαύμαζαν υπερβολικά τον ποιμένα, χωρίς να το καταλάβουν είχαν αρχίσει να μεταμορφώνονται σε τσοπανόσκυλα. Στην αρχή ήταν κάτι ανάμεσα σε πρόβατο και σκύλο, όπου δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τι απ’ τα δυο ήταν ακριβώς. Μετά από λίγο καιρό όμως, είχαν μεταμορφωθεί σε τέλεια τσοπανόσκυλα. Καθένας θα περίμενε ο ποιμένας να βάλει τα τσοπανόσκυλα να φυλάνε το κοπάδι, αυτό θα ήταν το πιο λογικό. Δεν τα έβαλε όμως να φυλάνε το κοπάδι, αλλά τα διόρισε να προστατεύουν τον ίδιο. Όπου πήγαινε από εκείνο το σημείο και μετά δεν ήταν μόνος του, αλλά γύρω του είχε τα αγαπημένα του τσοπανόσκυλα, τα οποία γάβγιζαν σε κάθε ένα που τον πλησίαζε με όχι καλούς σκοπούς. Μάλιστα τον γάβγιζαν ακόμα κι αν είχε καλό σκοπό, αλλά δεν μπορούσαν να το ξεχωρίσουν πάντα, γιατί απ’ τον υπερβολικό τους ζήλο, πολλές φορές μπερδεύονταν, αδυνατώντας να ξεχωρίσουν. Μάλιστα ένα από αυτά και συγκεκριμένα το πιο αγαπημένο του απ’ όλα, απ’ τον υπερβολικό του ζήλο κάποια φορά μπερδεύτηκε σε τέτοιο βαθμό, που άρχισε να γαβγίζει τον ίδιο τον ποιμένα, γιατί νόμιζε ότι δεν δίνει τη σωστή τροφή στα πρόβατα. Ήταν η μοναδική φορά που υπερασπίστηκε τα πρόβατα, αλλά σε λάθος πρόσωπο, (στον ίδιο τον ποιμένα δηλαδή) και για λάθος αιτία. Τότε ο ποιμένας πήρε μια σκληρή απόφαση. Απομάκρυνε αμέσως το συγκεκριμένο τσοπανόσκυλο μαζί με κάνα δύο ακόμη που παρασύρθηκαν απ’ την δική του συμπεριφορά. Τότε τα  υπόλοιπα τσοπανόσκυλα γάβγιζαν έντονα σε αυτό, μέχρι που αναγκάστηκε να φύγει. Κάποια από τα πρόβατα που τον λυπήθηκαν τον ακολούθησαν και για χάρη τους ίδρυσε ένα μαντρί, στην μάντρα του οποίου ανέβαινε όποτε είχε πανσέληνο και γάβγιζε λυπητερά προς την βουνοκορφή που είχε το μαντρί του ο ποιμένας λιοντάρι. Όταν το ‘κανε αυτό ένα πικρό νερό έτρεχε από το στόμα του, απ’ το οποίο έπιναν τα πρόβατα που τον είχαν ακολουθήσει. Αυτό δεν φάνηκε καλό σε πολλά πρόβατα που είχαν μείνει με τον ποιμένα λιοντάρι και άρχισαν να σκέφτονται μήπως τελικά δεν είναι τόσο καλός όσο δείχνει. Μερικά μάλιστα αποφάσισαν να φύγουν και να περιπλανιούνται στους λόφους, παρά να βρίσκονται πλέον εκεί. Τα υπόλοιπα έμειναν καθώς δεν είχαν που αλλού να πάνε, άλλα εκείνα που προβληματιζόντουσαν με την κατάσταση ήταν περισσότερα από ποτέ. Τα παράπονα λοιπόν από αυτά, έφτασαν στα αυτιά του ποιμένα για δεύτερη φορά.

  ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑΚΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΛΕΟΝΤΗ

Τότε πήρε πάλι μια σημαντική απόφαση. Να καταστήσει ποιμένες σε αυτά, αφού συνειδητοποιούσε όλο και περισσότερο ότι δεν θα μπορούσε να καλύψει μόνος τις ανάγκες, σ’ έναν τόσο μεγάλο αριθμό προβάτων. Κοίταξε λοιπόν να δει μήπως κάποια από τα πρόβατα είχαν μεταμορφωθεί σε ποιμένα, αλλά δεν βρήκε ούτε ένα. Ανακάλυψε μόνο μερικά που έμοιαζαν ότι είχαν μεγαλώσει, αλλά όταν πλησίασε κοντύτερα αντίκρισε κάτι πάρα πολύ περίεργο. Είδε μικρά προβατάκια, τα οποία από τον ζήλο τους και τον θαυμασμό τους να του μοιάσουν,  είχαν φτιάξει για τον εαυτό τους λεοντές, τις οποίες και φορούσαν παίζοντας και παριστάνοντας το ένα στο άλλο τον ποιμένα λιοντάρι. Πρέπει όμως εδώ να σας πω σε ποια περίπτωση ένα πρόβατο μεγάλωνε φυσιολογικά, μέχρι την ηλικία του πραγματικού ποιμένα. Για να γίνει ποιμένας ένα πρόβατο δεν έφτανε να τρώει μόνο την φυσιολογική τροφή που τα πρόβατα αποκαλούσαν εκλεκτή. Έπρεπε την στιγμή που την μασούσε να συλλογίζεται τον αρχιποιμένα. Μόνο τότε μεγάλωνε φυσιολογικά, έμοιαζε στον αρχιποιμένα και ήταν ώριμο να αναλάβει την ποίμανση κάποιου κοπαδιού. Αν και βασικά αυτός ήταν ο τρόπος που ο ποιμένας λιοντάρι είχε γίνει αυτό που ήταν, δεν συμβούλεψε το ίδιο τα μικρά αυτά προβατάκια που είχαν φορέσει τις λεοντές. Κολακεύτηκε απ’ την συμπεριφορά τους αυτή και τους πρότεινε να γίνουν ποιμένες στα υπόλοιπα πρόβατα. Εκείνα δέχτηκαν κι έτσι μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, σε μια συνάντηση τα ανέβασε πιο ψηλά απ’ τ’ άλλα, τα έστησε μπροστά του, ώστε να τα συστήσει σε όλα τα υπόλοιπα. «Αυτοί από εδώ και πέρα θα είναι οι ποιμένες σας», είπε. «Είναι άξιοι και ικανοί που θα σας φροντίσουν σωστά. Από εδώ κα πέρα δεν θα έρχεστε σε μένα, αλλά για ότι θέλετε θα πηγαίνετε σε αυτά, κι εκείνα θα σας φροντίζουν με τρόπο σαν να ήμουν εγώ». Σε πολλά πρόβατα που ίσως σε ηλικία να ήταν μεγαλύτερα από αυτά δεν άρεσε η ιδέα, αλλά δεν τόλμησαν να αντιδράσουν στον ποιμένα λιοντάρι. Ύστερα από τον λόγο αυτό έγινε η τελετή της στέψης. Τα πρόβατα με την λεοντή έβαλαν τα πόδια τους πάνω σ’ ένα τραπέζι, που με σκαλιστά γράμματα έγραφε την λέξη: «διακονία» και ορκίστηκαν τρία πράγματα: Ότι θα έδιναν μόνο την εκλεκτή τροφή, ότι δεν θα αμφισβητούσαν ποτέ τον ποιμένα λιοντάρι και ότι θα έχτιζαν μόνο με δικά του υλικά. Μετά από αυτό τους φόρεσαν ταμπελάκια που έγραφαν επάνω ποιμένας. Ο ποιμένας διέταξε τα υπόλοιπα πρόβατα να χειροκροτήσουν και αποχώρησε λέγοντας ότι το πρόβλημα της ποίμανσης είχε λυθεί.        

    Τα προβατάκια αυτά δεν φρόντιζαν βέβαια στην πραγματικότητα τα υπόλοιπα πρόβατα, αλλά μέσα από τον τίτλο που τους είχε δώσει, είχαν βρει έναν άλλο τρόπο να τρέφουν τον εαυτό τους. Κάθε φορά που ο ποιμένας κατέβαινε για να δώσει την εκλεκτή τροφή, πήγαιναν και στέκονταν αριστερά και δεξιά, για να τραφούν απ’ τα υπολείμματα της τιμής, που τα υπόλοιπα πρόβατα θα έδιναν στον ποιμένα λιοντάρι την ώρα που θα τα τάιζε. Τις υπόλοιπες ώρες που ο ποιμένας είχε αφήσει υπό την ευθύνη τους, σε όσα πρόβατα πήγαιναν σε αυτά για να τραφούν, τα προβατάκια με την λεοντή είτε έκαναν πως είναι ο ποιμένας λιοντάρι, είτε μιλούσαν συνέχεια για το πόσο φοβερός είναι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα πρόβατα να τρώνε εκλεκτή τροφή αλλά αφού την είχαν αναμασήσει τα προβατάκια με την λεοντή και αφού την είχαν ανακατέψει με μια δική τους που λεγόταν υπέρμετρος θαυμασμός. Φυσικά ήταν πολλοί που δεν ήθελαν να διακονηθούν από αυτά τα ποιμενάκια μίμους, παρατσούκλι που τους είχαν αποδώσει τα πρόβατα που είχαν καταλάβει ότι δεν είναι αληθινοί ποιμένες, αλλά τους αρέσει να μιμούνται τον ποιμένα λιοντάρι και να φαντάζονται ότι είναι σαν κι αυτόν!

   Κι εκείνα όμως δεν ασχολούνταν μαζί σου παρά μόνο εάν ήθελες εσύ να πας σε αυτά. Είχαν μάθει μάλιστα και ένα τραγουδάκι, που το σιγομουρμουρούσαν κάθε τόσο, όλα μαζί στα υπόλοιπα πρόβατα. «Είμαστε εδώ για σας κι αν θες μπορείς να ‘ρθεις σε μας, αλλά εμείς ποτέ δεν θα ‘ρθουμε σε εσένα». Τι ήθελαν να πουν με αυτό το τραγουδάκι; Ξεκαθάριζαν ότι δεν θα έτρεχαν πίσω από κανένα, αλλά όποιος ήθελε ποίμανση θα έπρεπε να πάει να τα βρει. Αυτό το έκαναν για να αισθάνονται σπουδαία, αλλά και για να ακολουθούν το παράδειγμα του προτύπου τους, που ήταν ο ποιμένας λιοντάρι. Είναι αλήθεια ότι ο ποιμένας σπάνια έφευγε απ’ την κορυφή, αλλά ξόδευε τον χρόνο του τρώγοντας και συλλέγοντας την εκλεκτή τροφή. Η μόνη του παρέα ήταν το σύννεφο μέσα το οποίο βρισκόταν και κάποιοι αετοί που σπάνια έρχονταν και του έκαναν για λίγο παρέα. Έτσι όσα πρόβατα ήθελαν να τραφούν από αυτόν, σε όποιο σημείο του βουνού κι αν βρίσκονταν θα έπρεπε εκείνα να πάνε να τον βρουν. Αυτό ήταν ένας κανόνας που ποτέ δεν άλλαζε. Αυτό είχε σαν συνέπεια τα πρόβατα να στερούνται τις χλοερές βοσκές και τα γάργαρα νερά, αφού ο ποιμένας ποτέ δεν τα ‘βγαζε έξω να βοσκήσουν, αλλά τα είχε μόνιμα μέσα στο μαντρί. Τα μόνα πρόβατα που απολάμβαναν την ύπαιθρο και την εξοχή, τον ήλιο και το φρέσκο χορτάρι, τις λίμνες και τα κρυστάλλινα καθάρια νερά, ήταν εκείνα που βρίσκονταν κάτω από βοσκούς, που τολμούσαν να βγάλουν τα πρόβατα έξω απ’ το μαντρί. Ήταν αυτοί που αψηφούσαν τους κινδύνους και δεν φοβόντουσταν ακόμα και την ψυχή τους να βάλουν για αυτά. Αυτού του είδους οι ποιμένες όμως ήταν πλέον ελάχιστοι και κανείς δεν ήξερε ποιοι ακριβώς ήταν, γιατί ήταν άσημοι και ήταν διασκορπισμένοι μέσα στο δάσος. Ήταν οι τελευταίοι που είχαν απομείνει στο να προσπαθούν να τηρούν με την μεγαλύτερη δυνατή επιμέλεια, τις οδηγίες του αρχιποιμένα και να τα φροντίζουν σωστά.

   ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΙΜΕΝΑΣ

Αυτή λοιπόν η κλεισούρα μαζί με το συνεχόμενο τάϊσμα είχε σαν αποτέλεσμα τα πρόβατα να μεγαλώνουν μεν μέχρι ενός σημείου, αλλά παράλληλα να παχαίνουν κιόλας. Είχαν γίνει τα πιο χοντρά πρόβατα του βουνού, παχύσαρκα που ίσα μπορούσαν να κουνηθούν. Αυτό δεν άρεσε καθόλου σε κάποιο το οποία άρχισε να απομακρύνεται απ’ τον ποιμένα. Άρχισε μέσα του να τον αμφισβητεί και να αναζητεί τον αρχιποιμένα. Όλοι γνώριζαν αυτό που είχε υποσχεθεί, ότι θα ξανάρθει. Πότε όμως θα γινόταν αυτό και γιατί αργούσε; Γιατί δεν τον αναζητούσαν τα υπόλοιπα πρόβατα και ήσαν τόσο έντονα προσκολλημένοι στον ποιμένα λιοντάρι; Αυτές ήταν απορίες που δεν είχαν μέσα του απάντηση. Έδωσαν όμως το έναυσμα για μια συνεχή αναζήτηση προς αυτόν. Από εκείνο το σημείο και μετά έτρωγε την εκλεκτή τροφή, συλλογιζόμενο όμως τον αρχιποιμένα κι αυτόν μόνο.

    Δεν ήταν όμως και τόσο εύκολο γιατί όταν κατέβαινε ο ποιμένας λιοντάρι, εξέπεμπε ένα φως που όλα τα πρόβατα γοητευμένα από αυτό έτρεχαν να το περιεργαστούν, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να χάνουν το φως τους, μέχρι που τα περισσότερα από αυτά το έχαναν εντελώς! Τα ίδια βέβαια έλεγαν ότι βλέπουν και μάλιστα καλύτερα από τον οποιονδήποτε επάνω στο βουνό. Δεν γνώριζαν όμως τα καημένα ότι είχαν τυφλωθεί και πολύ δύσκολα θα ανακτούσαν και πάλι την όραση τους. Στην πραγματικότητα και ο ίδιος ο ποιμένας είχε τυφλωθεί γιατί ενώ θα μπορούσε να φοράει την κάπα του ώστε το φως να μην βγαίνει σε εκτυφλωτικό βαθμό έξω από το στήθος του, προτίμησε να μην την φοράει και να παρουσιάζεται στα πρόβατα με αυτό το εκτυφλωτικό φως. Κοίταξε λοιπόν να είναι τελευταίο στην σειρά για το φαγητό και να βρίσκεται στην μεγαλύτερη απόσταση όταν κατέβαινε ο ποιμένας λιοντάρι, για να μην τον τυφλώνει το εκθαμβωτικό φως που εξέπεμπε. Όταν δε ερχόταν η σειρά του να το ταΐσει, έκλεινε τα μάτια του για να μην τυφλωθεί. Έτρωγε μεν την εκλεκτή τροφή, αλλά δεν έβλεπε τίποτα γύρω του, σκεφτόταν όμως μέσα του την στιγμή εκείνη τον αρχιποιμένα. Τότε μέσα στο σκοτάδι, μέσα στην καρδιά του ο αρχιποιμένας του εμφανιζόταν και καταλάβαινε ότι αυτός ήταν που είχε προμηθεύσει την εκλεκτή τροφή και ο ποιμένας λιοντάρι ήταν ένας απλά υπηρέτης που χρησιμοποιούσε για να τα ταΐσει και να τα κάνει να μεγαλώσουν. Μ’ αυτό τον τρόπο κατάφερε να μην τυφλωθεί και να μεταμορφωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ποιμένα. Κάποια πρόβατα το είδαν αυτό και μαζεύονταν γύρω του ζητώντας να τα ποιμάνει τις ώρες που έλειπε ο ποιμένας λιοντάρι. Άρχισε λοιπόν να δίνει την τροφή που είχε μάθει να βρίσκει πλέον μόνος του, παρόμοια με εκείνη που έδινε ο ποιμένας λιοντάρι. Αυτό δεν φάνηκε καλό σε κάποια μαϊμού ποιμενάκια που ενημέρωσαν αμέσως τον ποιμένα λιοντάρι. Τότε εκείνος έβγαλε αμέσως διάγγελμα με το οποίο ανακοίνωνε ότι απαγορεύεται τα πρόβατα να λαμβάνουν ποίμανση, από μη εξουσιοδοτημένους ποιμένες και να λειτουργούν απείθαρχα. Επίσης φωτογραφίζοντας τον συγκεκριμένο ποιμένα, είπε ότι δεν έχει συμβεί καμία μεταμόρφωση, αλλά παραμένει ένα πρόβατο όπως τα υπόλοιπα και θα έπρεπε να τρώει την τροφή του όπως οι υπόλοιποι για να μεγαλώσει, χωρίς να προκαλεί προβλήματα στα υπόλοιπα πρόβατα. Τότε υπό την απειλή και των τσοπανόσκυλων, άρχισε να περπατάει στα τέσσερα σαν πρόβατο και να φέρεται σαν πρόβατο, παρόλο που στην πραγματικότητα είχε μεταμορφωθεί σε πραγματικό ποιμένα. Τα βράδια καθόταν μόνος του στην στάνη και καυτά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, τα οποία πήγαιναν και έπιναν κάποια από τα πρόβατα. Τότε ένα πρωί ήρθε ένα περιστέρι και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Αμέσως η θλίψη εξαφανίστηκε απ’ το πρόσωπο του. Σηκώθηκε στα δυο του πόδια πήδηξε έξω απ’ το μαντρί και άρχισε να τρέχει στην βουνοπλαγιά. Από τότε κανείς δεν τον ξαναείδε. Κανέναν δεν ενόχλησε η φυγή του προβάτου που είχε μεταμορφωθεί σε ποιμένα, οι περισσότεροι ούτε καν το παρατήρησαν, εκτός απ’ τα πρόβατα που έπιναν τα δάκρυα του. Είχαν καταλάβει όμως ότι ο αρχιποιμένας είχε σχέδια γι’ αυτόν, δεν θα άφηνε η ζωή του να πάει χαμένη, αλλά θα την αξιοποιούσε με τον καλύτερο τρόπο. Άλλωστε αυτός ήταν που είχε στείλει το περιστέρι για να τον οδηγήσει έξω απ’ το μαντρί στην αποστολή που είχε ετοιμασμένη για εκείνον.

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΡΟΒΑΤΟΥ

Τότε ένα δεύτερο πρόβατο που είχε δει την μεταμόρφωση του προβάτου σε ποιμένα, άρχισε να τρώει την τροφή του σκεφτόμενο κι αυτό τον αρχιποιμένα. Όταν μεταμορφώθηκε σε ποιμένα, άρχισε αμέσως να ελέγχει τον ποιμένα λιοντάρι. Το πρώτο πράγμα που του είπε ήταν ότι τα πρόβατα θέλουν κάτι παραπάνω από τροφή, χρειάζονται προσωπικό ενδιαφέρον. Μα τι άλλο να κάνω; Κάγχασε ο ποιμένας λιοντάρι. Σας έδωσα την εκλεκτή τροφή, έφτιαξα για σας το μαντρί, έθεσα επάνω σας ποιμένες, τι άλλο θέλετε πια; Οι ποιμένες που έθεσες δεν είναι πραγματικοί ποιμένες, αλλά προβατάκια που παριστάνουν εσένα. Είναι στην εξουσία σου να το σταματήσεις αυτό. Τότε ο ποιμένας θύμωσε υπερβολικά πολύ. Πως μπορείς να αμφισβητείς τις αποφάσεις κάποιου που ο αρχιποιμένας έχει θέσει να σας ποιμαίνει; Κάποιου που κατέχει την εκλεκτή τροφή, μια τροφή που κανείς άλλος δεν έχει, ούτε είχε γνωρίσει στο παρελθόν; Τότε ο ποιμένας απομακρύνθηκε μέχρι καιρού και δεν μιλούσε σε εκείνον για ένα μεγάλο διάστημα. Μέχρι που μια μέρα από ένα μακρινό μέρος, ήρθαν 3 ποιμένες που άκουσαν για την εκλεκτή τροφή και ήθελαν να την δουν από κοντά. Όταν μπήκαν στο μεγαλόπρεπο μαντρί κι αφού τέλειωσε η τελετή παράδοσης του φαγητού, πήγαν μπροστά και προσκύνησαν τον ποιμένα λιοντάρι. Όταν έφυγαν άρχισε αμέσως να ελέγχει τον ποιμένα λιοντάρι ότι έχει πέσει στην αμαρτία της ειδωλολατρίας και ότι το να αφήνει άλλους ποιμένες να τον προσκυνούν είναι τεράστιο λάθος. Δεν προσκύνησαν εμένα, απάντησε ο ποιμένας λιοντάρι, αλλά την εκλεκτή τροφή που μου έδωσε ο αρχιποιμένας να δίνω. Μ’ αυτό τον τρόπο δίνουν την τιμή σ’ αυτόν και όχι σε μένα. Τότε του απάντησε ότι κάτι δεν έχει καταλάβει καλά, ότι ονομάζει όπως θέλει τα πράγματα και ότι και τα πρόβατα τον προσκυνούν όταν κατεβαίνει να δώσει την εκλεκτή τροφή και σίγουρα δεν προσκυνούν την τροφή αλλά τον ίδιο. Τα πρόβατα δεν με προσκυνούν, αλλά με παρατηρούν, γιατί για να μεγαλώσουν σωστά χρειάζονται πρότυπα. Είμαι ένα πρότυπο γι’ αυτούς και τίποτα παραπάνω. Καθώς δεν είχε τι να του απαντήσει ο δεύτερος ποιμένας, σιώπησε για αρκετά μεγάλο καιρό. Μέχρι που μια μέρα ανακοίνωσε μια ιδέα που του είχε έρθει στο μυαλό. Αυτή ήταν να γκρεμίσει το παλιό μαντρί και να χτίσει ένα ακόμη μεγαλύτερο που θα ήταν το πιο μεγαλόπρεπο και πιο ένδοξο που είχε υπάρξει ποτέ. Όταν το ανακοίνωσε αρκετά από τα πρόβατα άρχισαν να χορεύουν και να γιορτάζουν για την απόφαση του ποιμένα τους. Τους άρεσε η ιδέα ότι θα ανήκουν στο πιο μεγάλο μαντρί που υπήρξε ποτέ! Τότε για τρίτη φορά ο ποιμένας παρενέβη λέγοντας στον ποιμένα λιοντάρι ότι αυτό που χρειάζονταν τα πρόβατα δεν ήταν καινούργιο μαντρί, αλλά να γίνουν αληθινά οικογένεια και να μάθουν να αγαπάει το ένα το άλλο. Αυτό θα γίνει από μόνο του καθώς μεγαλώνουν, απάντησε. Δεν χρειάζεται να έχουμε κάποια ιδιαίτερη ανησυχία για αυτό. Αυτό που έχει σημασία είναι να χτίσουμε ένα μεγαλύτερο μαντρί για να χωρέσουν κι άλλα πρόβατα που χρειάζονται κι εκείνα την εκλεκτή τροφή που μου έδωσε ο αρχιποιμένας για να δίνω. Τότε άρχισε αμέσως να γκρεμίζει το παλιό μαντρί, για να χτίσει στην θέση του το καινούργιο, την ίδια στιγμή που τα πρόβατα τραγουδούσαν και χόρευαν βλέποντας ότι οι εργασίες έχουν αρχίσει. Τότε άρχισε να φωνάζει στα πρόβατα ότι αυτό που συμβαίνει είναι λάθος και ότι πρέπει να σκέφτονται τον αρχιποιμένα αν θέλουν να μεγαλώσουν πραγματικά. Τότε ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: «Κατάσκοπος! Κακολογεί τον ποιμένα μας για να μπει στην θέση του αυτός. Τότε τα τσοπανόσκυλο τον συνέλαβαν και ένα σύντομο δικαστήριο επακολούθησε παρουσία του αρχιποιμένα λιοντάρι και όλων των προβάτων. Του φόρεσαν μια ταμπέλα που έγραφε φιλόδοξος και τον έβγαλαν έξω απ’ το μαντρί αμολώντας ξοπίσω του τα τσοπανόσκυλα, τα οποία του ξέσκισαν τα  ρούχα και του άφησαν ένα σωρό δαγκωματιές. Από θαύμα δεν τον κομμάτιασαν με τα κοφτερά τους δόντια κι αυτό γιατί ένας μεγάλος αετός τον σήκωσε στις φτερούγες του και τον μετέφερε σε ασφαλές μέρος. Του πήρε όμως αρκετό καιρό να θεραπευθεί απ’ τις πληγές που του είχαν αφήσει.

ΕΝΑ ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ

Τότε ένα τρίτο πρόβατο που είδε αυτό που είχε γίνει, έχασε την εμπιστοσύνη του στον ποιμένα λιοντάρι κι άρχισε να τρώει την τροφή σκεφτόμενο κι εκείνο τον αρχιποιμένα. Όταν μεταμορφώθηκε σε ποιμένα το περιστέρι ήρθε και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Αμέσως έφυγε απ’ το μαντρί κατηφορίζοντας προς την κοιλάδα. Εκεί βρήκε μια εκλεκτή πέτρα που είχε το όνομα μετάνοια, καθώς και χορτάρι που είχε την ίδια ονομασία. Ανέβηκε λοιπόν ξανά στην χιονισμένη βουνοκορφή και έβαλε την πολύτιμη πέτρα σαν θεμέλιο του καινούργιο μαντριού που επρόκειτο να χτιστεί. Αρκετά πρόβατα τότε γεμάτα περιέργεια μαζεύτηκαν γύρω από την πέτρα την οποία περιεργάζονταν καθώς ποτέ δεν είχαν ξαναδεί παρόμοια. Αρκετά από αυτά συλλογίζονταν αν αυτή η πέτρα ήταν σωστή κι αν έπρεπε να μπει εκεί καθώς δεν ήταν ο ποιμένας τους που την είχε τοποθετήσει στο σημείο αυτό. Τότε ο ποιμένας έβαλε στα πόδια του το χορτάρι της μετάνοιας για να φάνε απ’ αυτό. Αν και στην αρχή ήταν δύσπιστα άρχισαν να το δοκιμάζουν. Τους φάνηκε πικρό στην αρχή, αλλά αμέσως μετά κατάλαβαν ότι τους έκανε καλό και περιείχε βιταμίνες που ο οργανισμός τους είχε στερηθεί για καιρό. Την στιγμή όμως εκείνη επέστρεψε ο ποιμένας λιοντάρι ο οποίος είχε πάει να μαζέψει πέτρες απ’ το βουνό, για το χτίσιμο του νέου του  μαντριού. «Τι σκουπίδια είναι αυτά που έβαλες όσο έλειπα;» Είπε κλοτσώντας με όλη του την δύναμη την πέτρα της μετάνοιας, η οποία κατρακυλούσε ξανά προς την πεδιάδα, ενώ στην θέση της άρχισε να βάζει μετά μανίας πέτρες που έγραφαν επάνω τους η δόξα του αρχιποιμένα και η μόνη γνώση της αλήθειας. «Και η τροφή που έδωσες στα πρόβατα, δεν είναι καλή αλλά είναι η τροφή των παλιών ποιμένων. Κανένα πρόβατο να μην φάει απ’ αυτή κι όσα φάγατε να την φτύσετε, ακούτε;» φώναξε στα πρόβατα. Ο ποιμένας λιοντάρι που είχε τυφλωθεί ακόμη κι ο ίδιος από το φως που εξέπεμπε, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει την υγιεινή αυτή τροφή της κοιλάδας με την τροφή των παλιών ποιμένων,  την οποία τα πρόβατα χρειάζονταν παράλληλα με την δικήν του. Τότε πήρε το χορτάρι της μετάνοιας, το σκόρπισε στον άνεμο και έβαλε αμέσως στην θέση της, την δικήν του τροφή. Τα πρόβατα τότε ξέχασαν την άλλη, ούτε την αναζήτησαν ξανά, αλλά συνέχισαν να μασάνε αυτή που είχαν μάθει να τρώνε πάντοτε. Αμέσως μετά το τσοπανόσκυλα πλησίασαν τον ποιμένα που είχε φέρει την τροφή της μετάνοιας και περπατώντας προς τα πίσω άρχισαν να ουρούν κοντά στα πόδια όπου στεκόταν. Αυτό τον έκανε να πηγαίνει όλο και πιο πίσω, όλο και πιο πίσω μέχρι που βγήκε τελείως έξω απ’ το μαντρί. Ύστερα απ’ την φυγή και του τρίτου προβάτου που είχε μεταμορφωθεί σε ποιμένα, κανένα άλλο πρόβατο δεν μεταμορφώθηκε, αλλά περνούσαν τον χρόνο τους γιορτάζοντας και πανηγυρίζοντας για το νέο μεγαλόπρεπο μαντρί τους. Μετά από αυτό ο ποιμένας λιοντάρι δεν έχτισε απλά ένα νέο μαντρί, αλλά έβαλε τόσες πολλές πέτρες την μια πάνω στην άλλη που το μαντρί του μετατράπηκε σε φρούριο, στο οποίο κανείς πλέον δεν μπορούσε να μπει, αλλά ούτε να βγει με ευκολία. Ένα φρούριο που φημιζόταν για απόρθητο σε ολόκληρη την επικράτεια.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΚΟΣ ΛΥΚΟΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ

  Τότε ήταν η εποχή που ένας βαρύς χειμώνας ήρθε επάνω στο βουνό, απ’ τους πιο κρύους και απειλητικούς που είχαν γνωρίσει ποτέ. Αστραπές και βροντές έσκιζαν τον ουρανό, ο οποίος είχε γεμίσει από πυκνά σύννεφα, τα οποία δημιουργούσαν μια ζοφερή ατμόσφαιρα. Τότε ο ποιμένας λιοντάρι διέταξε τα πρόβατα να μην φοβούνται, γιατί πλησίαζε η ώρα που θα ξαναρχόταν ο αρχιποιμένας και έπρεπε να ετοιμαστούν για την συνάντηση του. Αυτά ήταν τα σημάδια που είχε δώσει πριν την επιστροφή του. Είχε πει ότι πριν να έρθει, ο καιρός δεν θα είναι καλός, αλλά θα υπάρχουν μπόρες και ο ουρανός θα είναι γεμάτος μαύρα σύννεφα. Ο ποιμένας λιοντάρι τους είπε ότι αυτό δεν είναι αιτία για ανησυχία, αλλά γιορτής και θα έπρεπε να χαίρονται που ο αρχιποιμένας τους θα ξαναγύριζε. Οργάνωσαν λοιπόν ένα γλέντι που όμοιο του δεν είχε ξαναγίνει. Πολλά πρόβατα βέβαια δεν έκρυβαν την ανησυχία τους για όσα γινόντουσαν και διαισθάνονταν ότι τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ιδανικά, όπως τους τα περιέγραφε ο ποιμένας λιοντάρι. Ένα πρωί λοιπόν ακούστηκαν φωνές από τον δυτικό λόφο που έλεγαν ότι ο αρχιποιμένας ξαναγύρισε και πλήθος προβάτων έτρεχαν προς την κατεύθυνση αυτή. Στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν ο αρχιποιμένας, αλλά ένας τεράστιος λύκος, πολύ άγριος με κοφτερά δόντια και μάτια που άστραφταν,  ο οποίος φορούσε μια μεγάλη προβιά ώστε όποιος τον βλέπει να τον περνάει για πρόβατο. Τότε ο λύκος έστειλε μικρά λυκάκια, τα οποία κι εκείνα φορούσαν στολή προβάτου, να πάνε και να πουν παντού σε όλο το βουνό, ότι ο αρχιποιμένας επέστρεψε. Εδώ πρέπει να πούμε ότι τα λυκάκια είχαν εμφανιστεί νωρίτερα απ’ τον μεγάλο λύκο στον βουνό και είχαν εξαπατήσει πολλά πρόβατα, ιδιαίτερα αυτά που είχαν απογοητευτεί απ’ τους παλιούς ποιμένες και έψαχναν κάποιον να φροντίσει τις πληγές τους. Τα κάθε λυκάκι είχε φτιάξει ένα δικό του μαντρί, όπου μέσα εκεί μάζευε όλων των ειδών τα ζώα. Δεν είχε μόνο πρόβατα, αλλά γουρούνια, σκύλους, φίδια, κουνάβια, αλεπούδες. Δεν τα τάιζε με υγιή τροφή αλλά με άχυρα, ξερά χόρτα και ξυλοκέρατα. Το ένα ζώο έβλαπτε το άλλο, μέχρι που τα πρόβατα έφευγαν κι αναζητούσαν αλλού την φροντίδα που τόσο είχαν ανάγκη. Τότε από άλλο μαντρί ακουγόταν μια φωνή: « Ελάτε εδώ, αυτό είναι το γνήσιο μαντρί του αρχιποιμένα». Τότε έτρεχαν σε αυτό, αλλά η κατάσταση ήταν ίδια και πολλές φορές χειρότερη απ’ την προηγούμενη, αφού επικεφαλής σε αυτά τα μαντριά ήταν τα λυκάκια που φορούσαν τα ενδύματα των προβάτων. Καθώς λοιπόν τα πρόβατα περιφέρονταν από μαντρί σε μαντρί ακολουθώντας τα λυκάκια, τα οποία μπέρδευαν με πραγματικούς ποιμένες, δεν τους ήταν δύσκολο στο τέλος να ακολουθήσουν τον μεγάλο κακό και πονηρό λύκο που ήταν ντυμένος με την μεγάλη προβιά και παρίστανε τον αρχιποιμένα. Εάν βέβαια ένα πρόβατο άκουγε με προσοχή την φωνή του, γρήγορα θα καταλάβαινε ότι δεν είναι αυτός ο αρχιποιμένας που περίμενε, αλλά ένας ύπουλος και επικίνδυνος εχθρός. Αυτό όμως μπορούσαν να το αντιληφθούν μόνο τα πρόβατα που όταν έτρωγαν την τροφή τους, σκέπτονταν τον αρχιποιμένα και είχαν μάθει να ξεχωρίζουν την φωνή του και ποια τροφή προερχόταν πραγματικά από αυτόν. Είχαν μάθει να ακολουθούν το περιστέρι όπου αυτό τους οδηγούσε.

ΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΙΩΝ

Αυτά όταν ήρθε ο ψευτοαρχιποιμένας, άρχισαν να προειδοποιούν όλα τα υπόλοιπα πρόβατα και να φωνάζουν: «Προσέξτε! Δεν είναι αυτός ο αληθινός αρχιποιμένας. Αλλά ο μεγάλος κακός λύκος που θέλει να σας οδηγήσει στον χαμό. Μην το ακούτε και μην πηγαίνετε πίσω από αυτόν». Κάποια πρόβατα άκουσαν την συμβουλή τους, ενώ κάποια άλλα τα περιφρόνησαν, επειδή τα συγκεκριμένα πρόβατα δεν είχαν κανένα αξίωμα η τιμή μέσα στα μαντριά που βρισκόντουσαν. Πολλά από αυτά μάλιστα δεν ήταν καν σε μαντρί, γνώριζαν όμως τον αρχιποιμένα και ακολουθούσαν το περιστέρι. Αυτά ακολούθησαν τους ποιμένες των σπηλιών οι οποίοι κατέβηκαν απ’ τα βουνοπλαγιές που ζούσαν απομονωμένοι για καιρό για να προειδοποιήσουν και εκείνοι με την σειρά τους κάθε μαντρί που βρίσκονταν επάνω στο βουνό. Ήταν κι εκείνοι κάποτε πρόβατα που όμως είχαν διωχθεί απ’ τα μαντριά που βρισκόντουσταν, γιατί δεν ταίριαζαν με τα υπόλοιπα ή αδυνατούσαν να ανταποκριθούν σε όλα όσα ζητούσαν οι ποιμένες. Αυτό τα έκανε να περιπλανιούνται για μια περίοδο στα λαγκάδια και τις ερημιές. Όσα όμως σκέφτονταν τον αρχιποιμένα και έτρωγαν την τροφή όπου κι αν την έβρισκαν επάνω στο βουνό, μεταμορφώθηκαν σταδιακά σε ποιμένες, όπου ύστερα ανέβηκαν ψηλά στο βουνό και ζούσαν μέσα σε σπηλιές, οι οποίες έγιαναν το σπίτι τους. Όταν είδαν τον αρχιλύκο που ήταν ντυμένος με την προβιά του προβάτου τον αναγνώρισαν αμέσως. Αν και στην αρχή δίστασαν να πάνε να προειδοποιήσουν τους ποιμένες στα μαντριά καθώς είχαν πληγωθεί κατ’ εξακολούθηση από εκείνους στο παρελθόν, θεώρησαν χρέος τους να το κάνουν. Ακόμη κι αν γνώριζαν ότι θα τους απέρριπταν όπως στο παρελθόν κατέβηκαν και άρχισαν να προειδοποιούν ένα προς ένα μαντρί καλώντας τα να ανέβουν μαζί τους επάνω στο βουνό, γιατί τα μαντριά δεν ήταν πλέον ασφαλές μέρος. Ελάχιστα πρόβατα τους πίστεψαν, τα περισσότερα τους θεώρησαν τρελούς και τους κατηγόρησαν ότι ήθελαν να τα κλέψουν απ’ τους ποιμένες τους και να πάρουν την θέση τους. Άλλα δεν ήθελαν να αφήσουν την ασφάλεια του μαντριού και πίστευαν μόνο ότι ήθελαν να πιστέψουν. Το ίδιο έγινε και στο μαντρί του ποιμένα λιοντάρι. Τα πρόβατα τους είπαν ότι μόνο ο ποιμένας τους γνώριζε την αλήθεια και αυτός θα τους έλεγε τι πρέπει να κάνουν. Εκείνοι ήταν αχρείαστοι και κακώς τόσο καιρό δεν άνηκαν σε κάποιο μαντρί, αλλά περιφέρονταν αριστερά και δεξιά. Τους συμβούλεψαν να μπουν κάτω απ’ τον ποιμένα λιοντάρι και να τον υπακούν αν θέλουν να ευλογηθούν. Εκείνοι επέστρεψαν στις σπηλιές τους στενοχωρημένοι γνωρίζοντας όμως ότι είχαν πράξει το σωστό. Κάποια πρόβατα όμως τους ακολούθησαν, όπου όποιο πήγε μαζί τους, σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταμορφώθηκε κι εκείνο σε ποιμένα!

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΕΡΧΕΤΑΙ

 Ο ψευτοαρχιποιμένας τότε υποσχέθηκε ότι στα πρόβατα που τον ακολουθούσαν θα έδινε τα μεγαλύτερα προνόμια που είχαν γνωρίσει ποτέ. Δεν θα τους έλλειπε ποτέ τίποτα, δεν θα πεινούσαν, αλλά θα είχαν ότι αγαθό τραβούσε η ψυχή τους και θα έκαναν ότι ήθελαν, χωρίς κανέναν περιορισμό.

  Άρχισαν τότε να συρρέουν απ’ όλο το βουνό πρόβατα, αλλά και άλλα ζώα για να μπουν σε ένα τεράστιο μαντρί που έχτιζε, με όλες τις ανέσεις. Το μαντρί ξεπερνούσε κατά πολύ σε δόξα και λαμπρότητα ακόμα κι αυτό του ποιμένα λιονταριού και άλλων ποιμένων που βρίσκονταν επάνω στο βουνό. Μάταια φώναζαν οι άλλοι ποιμένες στα πρόβατα τους να γυρίσουν πίσω, βλέποντας τα να απομακρύνονται και να κατευθύνονται στο μαντρί του μεγάλου λύκου. Ούτε ο φόβος, ούτε οι απειλές δεν έπιαναν πλέον τόπο, ούτε οι μεγάλες υποσχέσεις.

  Τα πρόβατα απολάμβαναν πλέον τα μεγαλύτερα προνόμια που θα μπορούσε ποτέ να απολαύσει ένα πρόβατο που ζούσε στην πεδιάδα. Μετά από ένα διάστημα όμως εξέδωσε μια ανακοίνωση, η οποία έλεγε τα εξής: « Όποιο πρόβατο θέλει να συνεχίσει να απολαμβάνει τα προνόμια που του δίνω, θα πρέπει επάνω του να πάρει την σφραγίδα μου» Άρχισαν λοιπόν όλα τα ζώα να περνούν απ’ τα λυκάκια τα οποία σφράγιζαν την πλάτη κάθε ζώου με την σφραγίδα που πάνω περιείχε το σήμα των λύκων! Τότε τα πρόβατα κατάλαβαν ότι αυτός δεν ήταν ο αρχιποιμένας, αλλά ο αρχηγός των λύκων που ήθελε να κλέψει όλα τα ζώα του βουνού απ’ τον αρχιποιμένα και να τα κάνει δικά του! Άρχισαν τότε πανικόβλητα να τρέχουν για να γλυτώσουν. Κάποια από αυτά κατάφεραν να διαφύγουν, άλλα όμως πιάστηκαν και κατασπαράχτηκαν απ’ την αγέλη που είχε υπό την ηγεσία του ο μεγάλος λύκος. Τότε πέταξε από πάνω του την προβιά, όπως και τα λυκάκια που τον ακολουθούσαν και φώναξε με όλη του τη δύναμη, για να μπορεί να τον ακούει κάθε ζώο που βρισκόταν επάνω στο βουνό. «Είμαι ο μεγάλος κακός λύκος! Όλα τα ζώα του βουνού θα πρέπει από δω και πέρα να ανήκουν στο δικό μου μαντρί. Όποιος παίρνει την σφραγίδα μου και προσκυνάει το άγαλμα μου, θα απολαμβάνει τα μεγαλύτερα προνόμια. Όποιο ζώο όμως αρνείται θα θανατώνεται». Πράγματι ο μεγάλος κακός λύκος έστησε ένα άγαλμα που τον αναπαριστούσε στην κορυφή του μαντριού του και κάθε ζώο έπρεπε το πρωί να περνάει από μπροστά και να τον προσκυνάει. Όποιο ζώο αρνιόταν, το θανάτωναν και γινόταν τροφή για τα υπόλοιπα. Τότε ο μεγάλος κακός λύκος έδωσε εντολή στην αγέλη του, να πάνε σε όλα τα μαντριά του βουνού και να βάλουν επάνω σε αυτά την δική του ταμπέλα. Όποιος ποιμένας αρνούταν θα φυλακίζονταν και το μαντρί του θα καταστρεφόταν, ενώ όσα πρόβατα δεν ήθελαν να ανήκουν στο δικό του μαντρί, να πάρουν την σφραγίδα του και να προσκυνούν το άγαλμα του θα θανατώνονταν. Έτσι ακριβώς και έγινε. Η μεγάλη επίθεση εξαπολύθηκε έναν βροχερό πρωινό και ήταν ξαφνική για όλα τα πρόβατα. Τα μόνα που επέζησαν ήταν αυτά που είχαν ακολουθήσει τους ποιμένες των σπηλιών και είχαν ανέβει μαζί τους στις έρημες βουνοπλαγιές. Πολλοί ποιμένες θανατώθηκαν, ενώ άλλοι φυλακίστηκαν. Η επίθεση έφτασε και στο μαντρί του ποιμένα λιοντάρι. Εκείνη την στιγμή είχαν μια μεγαλόπρεπη γιορτή στην οποία δόξαζαν και ευχαριστούσαν τον αρχιποιμένα που θα ξαναρχόταν και τον ευχαριστούσαν που τους έδωσε τον ποιμένα λιοντάρι. Μάταια τα τσοπανόσκυλα γάβγιζαν τους λύκους τα οποία ήταν τα πρώτα που θανατώθηκαν. Τα ποιμενάκια μίμους πέταξαν αμέσως κάτω τις λεοντές τους παρακαλώντας τους λύκους να μην τους πειράξουν, στα οποία δόθηκε μια διορία να αποφασίσουν εάν θα λατρεύσουν τον αρχιλύκο, αλλιώς θα θανατώνονταν. Κάποια από τα πρόβατα δέχθηκαν να ανήκουν στο μαντρί του αρχιλύκου καθώς είχαν συνηθίσει τόσο πολύ στην ζωή του μαντριού που δεν άντεχαν να την αποχωριστούν, ούτε ήταν έτοιμα να αντιμετωπίσουν τον θάνατο. Σκέφτηκαν ότι ο αρχιποιμένας θα τους συγχωρούσε αφού το έκαναν για να σώσουν την ζωή τους και όχι επειδή το πίστευαν πραγματικά. Τα υπόλοιπα πρόβατα φέρθηκαν σε σφαγή, ενώ ο ποιμένας λιοντάρι φυλακίστηκε σε ένα σκοτεινό κελί βαθιά μέσα στην γη.

Ο ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΜΕΤΑΝΟΕΙ

Το πλήγμα για εκείνον ήταν τεράστιο αφού σε μια στιγμή του χρόνου, απ’ την πιο ψηλή βουνοκορφή του βουνού, βρέθηκε στο πιο βαθύ κελί. Του πήρε λοιπόν αρκετό χρόνο μόνο και μόνο να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί, καθώς δυσκολευόταν να αποδεχθεί ότι αυτό που ζούσε ήταν αλήθεια, αλλά φαινόταν σε αυτόν σαν ένα κακό όνειρο, όπου σε λίγο θα ξυπνούσε και όλα θα τέλειωναν. Όσο όμως οι μέρες περνούσαν, καταλάβαινε ότι αυτό που ζούσε δεν ήταν όνειρο, αλλά κάτι πραγματικό. Τότε μπήκε στην διαδικασία να αρχίσει να αναρωτιέται γιατί συνέβηκε αυτό. Γιατί το επέτρεψε ο ποιμένας λιοντάρι, τι είχε κάνει λάθος; Γιατί να επιτρέψει απ’ το άπλετο φως να βρεθεί στο πιο σκοτεινό σκοτάδι; Τότε ένα-ένα τα λάθη που είχε κάνει άρχισαν να έρχονται στην σκέψη του. Του άρεσε πολύ να κοιτάει το φως και να μοιράζει στα πρόβατα την εκλεκτή τροφή, χωρίς όμως να ενδιαφέρεται πραγματικά για τα ίδια. Είχε φτιάξει το μεγάλο μαντρί όχι για αυτά πραγματικά, αλλά για τον ίδιο. Η προστασία του ήταν πιο σημαντική απ’ την αύξηση την δική τους, γι’ αυτό αντί να βάλει τα τσοπανόσκυλα να προσέχουν τα ίδια, τα είχε βάλει να προσέχουν τον ίδιο. Είχε ξεχάσει τελείως ότι κάποτε ήταν κι αυτός ένα πρόβατο και γι’ αυτό δεν καταδεχόταν την παρέα των προβάτων, αλλά τα θεωρούσε κατώτερα και έκανε παρέα μόνο με τους αετούς.  Ύστερα έβαλε για ποιμένες τα πρόβατα που τον θαύμαζαν και ήθελαν να γίνουν σαν κι αυτόν, γιατί μέσα απ’ την ένδοξη μοναξιά του, είχε οδηγήσει τον εαυτό του να μην εμπιστεύεται κανένα, παρά μοναχά τον εαυτό του. Έτσι εμπιστευόταν μόνο όσους του έμοιαζαν ή ήθελαν να του μοιάζουν και όσο πιο πολύ κάποιος του έμοιαζε είχε τις πιθανότητες να χρησιμοποιηθεί από αυτό. Πίστευε ότι μόνο αυτός βλέπει το φως αφού είχε κάνει για σπίτι του την κορυφή, ενώ όλοι όσοι ζούσαν πιο κάτω ήταν αυτόματα κατώτεροι από εκείνον. Όταν κάποιο πρόβατο μεγάλωνε και κόντευε να γίνει ποιμένας, το απομάκρυνε γιατί ένιωθε ότι απειλείτε και ότι κινδύνευε να χάσει την μοναδικότητα που πίστευε ότι είχε και την τιμή που λάμβανε απ’ τα πρόβατα που υπηρετούσε. 

   Όλα αυτά άρχισαν να έρχονται στην μνήμη του κι άλλα πολλά κι εκεί στο πιο πυκνό σκοτάδι τα μάτια του άρχισαν να ανοίγουν και πάλι από το φως που είχαν τυφλωθεί. Για πολύ καιρό δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αλλά καυτά δάκρυα έτρεχαν απ’ το μάτια του. Όσο συνειδητοποιούσε τα λάθη του τόσο πιο μεγάλη απέχθεια ένιωθε για τον εαυτό του και μετάνιωνε γιατί καταλάβαινε ότι παρόλο την μεγάλη αποστολή που είχε λάβει απ’ τον αρχιποιμένα είχε αποτύχει να τον ευχαριστήσει, επειδή ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε απείχε πολύ απ’ την καρδιά Του και τον τρόπο που αυτός λειτουργούσε. Τότε καθώς έκλεγε ένιωσε ένα απαλό άγγιγμα στο μάγουλο του. Ήταν το περιστέρι που σκούπιζε τα δάκρυα του. Τότε μια μεγάλη ειρήνη τον πλημύρισε καθώς κατάλαβε ότι ο αρχιποιμένας τον είχε συγχωρέσει κι ότι δεν είχε τελειώσει ακόμη μαζί του, σε ότι είχε να κάνει.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ

Εντωμεταξύ ένα περίεργο φαινόμενο λάμβανε χώρα έξω απ’ το κελί της φυλακής. Το σκοτάδι των κελιών που είχαν φυλακιστεί οι ποιμένες είχε βγει έξω και είχε τυλίξει ολόκληρο το βουνό. Λες και ήθελε να εκδικηθεί τους λύκους για το κακό που έκαν στα πρόβατα και στους ποιμένες. Μια βαθιά νύχτα είχε πέσει στο βουνό που δεν ξημέρωνε ακόμα κι αν οι μέρες περνούσαν. Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος και η καινούργια μέρα δεν ήθελε εμφανιστεί. Αυτό ανησύχησε πολύ τους λύκους που δεν μετάνιωσαν όμως για τα κακά που είχαν κάνει. Το περιστέρι τότε πέταξε στην βουνοπλαγιά και άρχισε να καλεί τους ποιμένες των σπηλιών να βγουν απ’ τις σπηλιές που ήταν κρυμμένοι. Σε κάθε ένα έδωσε από μια σάλπιγγα, μια αναμμένη δάδα και ένα σπαθί. Τους είπε να σχηματίζουν γραμμές και να διασχίσουν όλο το βουνό παίζοντας με τις σάλπιγγες και διακηρύττοντας ότι ο αληθινός αρχιποιμένας ξανάρχεται. Αυτό έκανε τον αρχιλύκο να θυμώσει πολύ, πάρα πολύ και να διατάξει αμέσως επίθεση με τους ποιμένες των σπηλιών. Κάθε λύκος που υπήρχε στο βουνό μαζεύτηκε στην μεγάλη κοιλάδα για να πολεμήσει με τους ποιμένες. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη και ο αριθμός των λύκων υπερτερούσε κατά πολύ τον αριθμό των ποιμένων. Τότε καθώς τα δυο στρατόπεδα μαζεύονταν, ένας μεγάλος σεισμός έγινε που έριξε κάτω τις πόρτες των κελιών όλων των ποιμένων. Οι λύκοι φύλακες από τον τρόμο τους το έσκασαν και οι ποιμένες βγήκαν έξω και μαζί τους και ο ποιμένας λιοντάρι, όπου αμέσως μετά ενώθηκαν με τους ποιμένες των σπηλιών και διπλασιάστηκαν. Οι λύκοι ήταν όμως και πάλι περισσότεροι, αλλά σε μεγάλο βαθμό φοβισμένοι καθώς έβλεπαν για πρώτη φορά όλοι τους ποιμένες ενωμένους με σταθερό και αποφασιστικό βήμα να έρχονται κατά πάνω τους. Φορούσαν όλοι γυαλιστερές πανοπλίες. Στο ένα τους χέρι κρατούσαν τις δάδες το φως απ’ τις οποίες είχε φωτίζει ολάκερη την κοιλάδα. Ενώ στο άλλο τις σάλπιγγες με τις οποίες έπαιζαν όλοι μαζί, φωνάζοντας κάθε τόσο ο αρχιποιμένας ξανάρχεται. Ο ήχος ήταν εκκωφαντικός που δεν μπορούσαν να τον ακούσουν, αλλά έκλειναν τα αυτιά τους. Η μάχη μετά από λίγο ξεκίνησε και ήταν σφοδρή με τους λύκους να επιτίθενται απ’ όλα τα μέτωπα. Αν και αρκετοί λύκοι έπεφταν οι πιο πολλές απώλειες ήταν απ’ την πλευρά των ποιμένων που ο ένας πίσω από τον άλλο έδιναν την ζωή τους για την τιμή του αρχιποιμένα. Ο εξολοθρεμός των ποιμένων θα ήταν ολοκληρωτικός εάν την ώρα της πιο σκληρής μάχης δεν συνέβαινε ένα αναπάντεχο γεγονός.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΟΙΜΕΝΑ

Κι αυτό ήταν ότι άρχισε και πάλι να ξημερώνει. Το φώς είχε έρθει και πάλι στο βουνό και άπλωνε τις ακτίνες του απ’ την μια βουνοπλαγιά μέχρι την επόμενη. Το θέμα ήταν υπέροχο και όλοι σταμάτησαν να πολεμούν για να παρατηρήσουν το φοβερό φαινόμενο. Το εκπληκτικό ήταν ότι παρόλο που υπήρχε φως, δεν φαινόταν πουθενά ο ήλιος. Λύκοι και ποιμένες κοιτούσαν και ξανακοιτούσαν, αλλά ο ήλιος δεν φαινόταν πουθενά. Από πού ερχόταν λοιπόν αυτό το γλυκό φως; Τότε είδαν στην κορυφή του όρους έναν άντρα στα λευκά που τα ρούχα του έλαμπαν σε τέτοιο βαθμό, που φώτιζαν όλο το βουνό μέχρι και την τελευταία άκρη του. Ένα φως απ’ το οποίο κανείς δεν μπορούσε να κρυφτεί. Πίσω του ακολουθούσαν μυριάδες προβάτων που το μαλλί τους έλαμπε σαν να ήταν από χρυσάφι. Ήταν ο αρχιποιμένας! Είχε κρατήσει την υπόσχεση του και γύρισε πάλι πίσω στο βουνό. Οι ποιμένες γεμάτοι από ανεκλάλητη χαρά έτρεξαν για να τον προϋπαντήσουν, την στιγμή που κι εκείνος κατέβαινε σε συνάντηση τους. Οι λύκοι απεναντίας άρχισαν να τρέχουν φοβισμένοι για να γλυτώσουν, αλλά κανείς δεν κατάφερε να ξεφύγει από το πρόσωπο του.

   Ο αρχιποιμένας αφού κατέβηκε στην πεδιάδα έστησε τους λύκους από τα αριστερά, ενώ τα πρόβατα του και τους ποιμένες από τα δεξιά. Τους δε λύκους έβαλε στην φυλακή, όπως κι εκείνοι είχαν φυλακίσει τους ποιμένες και τα πρόβατα και επέβαλε ποινές ανάλογα με τα αδικήματα που είχε πράξει ο καθένας. Ύστερα κάλεσε ένα-ένα τους ποιμένες για να τους αμείψει σύμφωνα με την υπόσχεση του.  Αυτούς που ποίμεναν τα πρόβατα συμφωνά με τις οδηγίες που είχε δώσει, τους αντάμειψε πλουσιοπάροχα. Ενώ αυτούς που στην αρχή τα ποίμεναν αλλά στην πορεία τα κακομεταχειρίζονταν τους επέπληξε αυστηρά και δεν τους έδωσε κανέναν μισθό αφού τον είχαν ήδη πάρει εκμεταλλευόμενοι τα πρόβατα. Ενώ κάποιους που ποτέ δεν τα ποίμεναν αλλά βοσκούσαν τον εαυτό τους, τους σταμάτησε εντελώς από το να ποιμένουν τα πρόβατα και τους υποβίβασε σε απλούς υπηρέτες. Ύστερα σειρά είχαν τα πρόβατα, τα οποία τα έκρινε σύμφωνα με την συμπεριφορά τους στους ποιμένες και στα υπόλοιπα πρόβατα. Υπήρχαν πρόβατα παχιά που ταλαιπωρούσαν τα ισχνά, έτρωγαν την καλύτερη τροφή ενώ κεράτιζαν τα αδύναμα μέχρι που τα έβγαζαν έξω απ’ τα μαντριά και τα διασκόρπιζαν.

   Όλα τα έργα ήρθαν στο φως και έδωσε στον κάθε ένα κατά τα έργα του. Όταν τέλειωσε τους μισθούς και τα βραβεία, ρώτησε τους ποιμένες «που είναι τα πρόβατα μου;» Μα Κύριε του απάντησαν εκείνοι δεν βλέπεις πόσα πρόβατα είναι εδώ; Για ποια πρόβατα μιλάς; Τότε άφησε τα πρόβατα που ήσαν εκεί και τους ποιμένες και πήγε να ψάξει στο βουνό όλα όσα είχαν διασκορπιστεί. Ο αρχιποιμένας τα γνώριζε όλα κάθε ένα με το όνομα του και ήξερε πολύ καλά ποια ήταν εκεί και ποιά έλειπαν. Άφησε λοιπόν όλα τα υπόλοιπα και πήγε να ψάξει τα χαμένα. Άλλα ήταν μέσα σε σπηλιές, άλλα σε ερημιές όπου κανείς δεν τα έψαχνε ούτε ενδιαφερόταν πλέον. Άλλα σε γκρεμούς και λαγκάδια, άλλα σε λιβάδια και ρεματιές. Πολλά από αυτά ήταν πληγωμένα, άλλα τραυματισμένα, άλλα άρρωστα και κάποια ήταν έτοιμα να πεθάνουν. Ο αρχιποιμένας μάζεψε το κάθε ένα από αυτά με μεγάλη αγάπη. Τα γιάτρεψε, τα ποίμανε και τα οδήγησε σε ζωντανές πηγές νερών, ενώ αφάνισε από το βουνό όλα τα πονηρά θηρία ώστε να μην τα βλάπτουν πλέον. Ύστερα έφτιαξε νέα μαντριά ώστε να κατοικούν με ασφάλεια στα οποία κατέστησε ως κυβερνήτες τους ποιμένες των δασών και των σπηλιών, όσους έβαζαν την ζωή τους για αυτά και ότι έκαναν, το έκαναν από αγάπη για τον αρχιποιμένα, όπου ότι κι αν συνέβαινε έβαζαν τις οδηγίες του πάνω απ’ το κάθε τι. Πολλοί ποιμένες λοιπόν από τελευταίοι έγιναν πρώτοι και πολλοί που ήταν κάποτε πρώτοι έγιναν τελευταίοι.

     Ύστερα απ’ αυτά ήρθε πάνω στο βουνό μια χρυσή εποχή, όπως ονομάστηκε αργότερα. Μια εποχή που οι βροχές έρχονταν στο καιρό τους και έκαναν να αναβλαστήσει η γη. Νερά έτρεχαν από παντού ενώ παχύ και άφθονο χορτάρι φύτρωνε σε κάθε σημείο του βουνού, που χόρταινε όλα τα πρόβατα. Παντού έβγαιναν πανέμορφα άνθη και ζουμεροί καρποί. Οι κακοί καιροί ξεχάστηκαν και η εποχή που έζησαν τα πρόβατα ήταν καλύτερη ακόμη κι απ’ την αρχική, όταν ο αρχιποιμένας είχε πρωτοεμφανιστεί στο βουνό. Τα πρόβατα ευημερούσαν και κανείς πλέον δεν τα ξαναπείραξε, αφού η δικαιοσύνη του αρχιποιμένα είχε γεμίσει όλο το βουνό.