Όλα στο φώς

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥΣ

γράφει ο Βίκτωρ Κλάγκας

«Γεια σας, με λένε Βίκτωρ απ’ την Θεσσαλονική και παίζω σε μια μέταλ μπάντα για τον Χριστό. Αυτός είναι ότι πιο πολύτιμο έχω. Θα ήθελα εν συντομία να σας διηγηθώ πως Τον γνώρισα και πως ήρθε στην ζωή μου. Μεγάλωσα σε μια τυπικά θρησκευόμενη οικογένεια. Στα νεανικά μου χρόνια έψαχνα να γεμίσω την ζωή μου με φίλους, πάρτι και κακές συνήθειες οι οποίες με έκαναν να ντρέπομαι και να αισθάνομαι σαν φυλακισμένος. Όμως κάποια στιγμή συνάντησα έναν άνθρωπο που μιλούσε για τον Χριστό. Του άνοιξα την καρδιά μου και γεύθηκα την γλυκεία Του Παρουσία και το φως Του γέμισε κάθε σημείο της ύπαρξης μου. Στα 23 μου, μου έδειξε αυτό το όνειρο για να με διδάξει ότι Αυτός έκανε ένα έργο στο πνεύμα μου και ότι του ανήκω. Να μην φοβάμαι και ότι θα είναι μαζί μου μέχρι το τέλος του κόσμου».

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΑΣΤΡΟ

Ήμουν μέσα σε ένα μαύρο κάστρο με κλειστά παράθυρα, δεν έμπαινε ποτέ φως από πουθενά, ενώ στο εσωτερικό σιγόκαιγαν μερικά κεριά. Παντού είχε αράχνες, μούχλα, ποντίκια τρέχανε εδώ και εκεί, πολλή υγρασία, παγωνιά, βρωμιά και μυρωδιές από νεκρά ποντίκια σε αποσύνθεση.

Εγώ ήμουν δεμένος χειροπόδαρα με βαριές αλυσίδες, και ήμουν μαγεμένος και καταθλιμένος. Έβλεπα που περπατούσα μέσα στην κεντρική αίθουσα του κάστρου που υπήρχε ένας θρόνος, στον οποίο πήγαινα και καθόμουν να ξεκουραστώ, κάπου – κάπου. Εντωμεταξύ στο κάστρο υπήρχε και μια μαύρη σκιά, ένα πονηρό πνεύμα που έτρεχε εδώ κι εκεί και κρυβόταν από εμένα. Ποτέ δεν το είδα καθαρά, ένιωθα όμως ότι πήγαινε και καθόταν στο θρόνο όταν εγώ δεν καθόμουν και από εκεί με παρακολουθούσε που περπατούσα, με χαμένο το μυαλό μου, μαγεμένος. Αυτή ήταν η καρδιά και η ζωή μου, μαύρη χωρίς ελπίδα. Το σκοτάδι ήταν εκεί, δυνατό και παντού, κι εγώ ήμουν σκεπτικός με τρέλα στα μυαλά.

Κάποια στιγμή ενώ περνούσε ο καιρός και η κατάσταση δεν άλλαζε, ακούστηκε να χτυπάει κάποιος την κεντρική βαριά μεταλλική θύρα. Σκέφτηκα: «ποιος μπορεί να με ενοχλεί και να χτυπάει τόσο επίμονα, την θύρα;» Μέσα μου ξαφνικά υπήρξε μια αναλαμπή να πάω να ανοίξω για να δω ποιος είναι ο επισκέπτης. Άρχισα λοιπόν να σέρνω τις αλυσίδες και να πηγαίνω προς την έξοδο του κάστρου.

Όταν μετά από χίλια ζόρια έφτασα, κουρασμένος από το βάρος των μεταλλικών αλυσίδων, άπλωσα το χέρι για να ανοίξω την βαριά κλειδωμένη θύρα. Έφτανα ίσα-ίσα στο κλειδί γιατί με τραβούσαν οι αλυσίδες και από το τέντωμα ξεσκιζόντουσαν οι σάρκες μου και δεν μπορούσα να φτάσω άνετα. Αποφάσισα να πονέσω και να πληγώσω τις σάρκες μου αρκεί να ανοίξω. Και έτσι κι έγινε. Κατάφερα και άνοιξα την πόρτα και τότε είδα κάποιον που ήμουν σίγουρος ότι τον ήξερα εδώ και πολλά χρόνια.

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ

Ήταν ο ΙΗΣΟΥΣ, η ημέρα έξω ήταν ηλιόλουστη και είχε πολλές πεδιάδες στις οποίες βόσκανε προβατάκια. Κοιτάζω τον ΙΗΣΟΥ μου χαμογελάει και μπαίνει με εξουσία μέσα στο κάστρο. Στέκεται στο μέσον της αίθουσας, εκτείνει τα χέρια του ανοιχτά προς τους ορίζοντες και αρχίζει από τα πόδια του και τα χέρια του να βγαίνει ζωή, μια λάμψη χρυσή και να μεταμορφώνεται το κάστρο σε Βασιλικό παλάτι, πέτρινο, με ανοιχτά μεγάλα παράθυρα, με κρυμμένους θησαυρούς μέσα και με ευωδία τριαντάφυλλων και άλλων λουλουδιών. Οι αλυσίδες μου έγιναν κομμάτια και εξαφανίστηκαν ενώ εγώ άλλαξα και έγινα νέος με λευκή πολεμική βασιλική στολή. Επίσης όλα έγιναν λαμπερά και ξάστερα με χρυσάφια και πολύτιμες πέτρες να διακοσμούν τους τοίχους. Δεν υπήρχε πια σκοτάδι πουθενά ούτε υγρασία, ούτε ποντίκια, ούτε μούχλα, όλα ήταν καινούργια και η σκιά είχε φύγει από μέσα από το παλάτι.

Ο ΘΡΟΝΟΣ που υπήρχε εκεί έγινε ολόχρυσος με πετράδια και με πορφυρά υφάσματα. Τότε ο ΙΗΣΟΥΣ κάθισε στον θρόνο, με κοίταξε και άρχισε να με διδάσκει με αγάπη… Πέρασε καιρός και εγώ άκουγα αυτά που μου έλεγε με πολύ προσοχή, ώσπου κάποια στιγμή μου είπε «έλα να δεις». Βγήκαμε έξω και μου έδειξε τις πεδιάδες και τα λαγκάδια όπου έβοσκαν προβατάκια, πλάι σε δροσερά ποταμάκια. Μου έδειξε πάρα πολλά μαύρα κάστρα, αλλά και πάρα πολλά μεταμορφωμένα και λαμπερά βασιλικά παλάτια. Τα μαύρα κάστρα ήταν κατακτημένα από τον εχθρό και μου είπε ότι πρέπει να φύγω τώρα και να πάω να ελευθερώσω και άλλους δέσμιους. «Εσύ έμαθες πώς να βασιλεύεις το παλάτι σου, πήγαινε εν ειρήνη αδελφέ μου και κυβέρνησε για λογαριασμό μου». Έτσι χαιρέτισα εγκάρδια τον ΙΗΣΟΥ και πήγα και κάθισα στον Βασιλικό Του θρόνο μέσα στο παλάτι και εγώ σαν βασιλιάς και άρχισα να βασιλεύω μέχρι να έρθει πίσω ξανά ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΑΔΩΝ.

ΔΥΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ

Το όνειρο του Βίκτωρ ίσως να μην είναι πολύ ξένο από την ιστορία πολλών από εμάς καθώς οι καταστάσεις που περιγράφει είναι πραγματικότητες που λίγο έως πολύ τις ζούμε όλοι μας. Όσο κρατάμε το παλάτι της καρδιάς μας κλειστό στον Θεό, το σκοτάδι της ψυχής θα γίνεται όλο και πιο πυκνό και πονηρά πνεύματα θα βρίσκουν τόπο να κυβερνούν την ζωή μας ακόμη κι αν δεν γίνονται πλήρως αντιληπτά. Η θλίψη, οι φόβοι θα παραμένουν και οι κάθε λογής ακαθαρσίες θα γιγαντώνονται μέρα με την μέρα. Ο Ιησούς και σήμερα χτυπάει την πόρτα της καρδιάς και της ζωής μας. Θέλει να μπει μέσα και να τα κάνει όλα καινούργια. Όμως η μπετούγια, η κλειδαριά και το κλειδί είναι από την μέσα πλευρά, την δική μας. Αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς δεν υποχρεώνει κανένα να του ανοίξει. Το αφήνει στην δική μας ελεύθερη απόφαση.

Αν σήμερα έχεις κουραστεί από τον εαυτό σου, την αμαρτία και από πάθη που μπορεί να έχουν γίνει δεσμά ο Χριστός είναι η μόνη ελπίδα. Μια ελπίδα ζωντανή και απολύτως πραγματική, ο μόνος που αληθινά δίνει ζωή! Είναι το αληθινό φως, το ψωμί της ζωής, η ανάσταση και η ζωή. Είναι ο Δημιουργός μας που λυπάται όταν βλέπει τα δικά του δημιουργήματα να καταδυναστεύονται από τον διάβολο και τις πονηρές του δυνάμεις. Εκείνος είπε: «ήρθα για να καταστρέψω τα έργα του διαβόλου, να ελευθερώσω τους δέσμιους και να αποστείλω τους ψυχικά τσακισμένους σε ελευθερία».

Να τι είχε προφητεύσει ο Θεός για τον ερχόμενο Μεσσία μέσω του προφήτη Ησαΐα. «Εγώ ο Κύριος σε κάλεσα με δικαιοσύνη, και θα κρατάω το χέρι σου, και θα σε διαφυλάττω, και θα σε κάνω διαθήκη τού λαού, φως των εθνών· να ανοίξεις τα μάτια των τυφλών, και να βγάλεις τούς δέσμιους από τα δεσμά, αυτούς που κάθονται μέσα σε σκοτάδι από το σπίτι τής φυλακής» (ΗΣ 42:6-7). Αυτή η υπόσχεση είναι και για ΣΗΜΕΡΑ. Μην ρωτάς πως θα γίνει. Απλά κάλεσε Τον. Εκείνος δεν είναι μακριά όπως ίσως νομίζεις αλλά κοντά. Σε ακούει και θα ανταποκριθεί με τρόπους που θα σε εκπλήξουν.

Στο παρακάτω βίντεο μπορεί να δεις ολοκληρωμένα το έργο που κάνει ο Χριστός σε έναν άνθρωπο που τον καλεί στην ζωή του. Γιατί το έργο Του δεν εξαντλείται στο να βγάλει μόνο κάποιον από τις φυλακές του, αλλά του δίνει νόημα και αποστολή. Γιατί εξαρχής, ο Δημιουργός και Πατέρας Θεός δεν μας έπλασε μάταια, έχει σχέδια για τα παιδιά Του, έχει όνειρα, δώρα, μια κληρονομιά. Την οποία μέσω της πίστης μας μπορούμε να την κάνουμε δική μας και να περπατήσουμε μέσα σε αυτή.